Τα νέα φάρμακα για την παχυσαρκία έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της δημόσιας υγείας. Η παχυσαρκία δεν είναι πλέον απλώς θέμα αισθητικής ή πειθαρχίας — αναγνωρίζεται ως σύνθετη, πολυπαραγοντική χρόνια νόσος που επηρεάζει τον μεταβολισμό, το καρδιαγγειακό σύστημα και τη συνολική ποιότητα ζωής. Τα 12 πιο κρίσιμα ερωτήματα απαντά ο ενδοκρινολόγος-διαβητολόγος και Επίτιμος Αναπληρωτής Καθηγητής Ενδοκρινολογίας του University College London, Πλούταρχος Ε. Τζούλης.
Ποια φάρμακα κυκλοφορούν στην Ελλάδα;
Αυτή τη στιγμή διατίθενται στη χώρα μας συνολικά 5 φαρμακευτικά σκευάσματα για τη διαχείριση της παχυσαρκίας. Τα δύο παλαιότερα — η ορλιστάτη και ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης — χορηγούνται από το στόμα και έχουν σχετικά περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Την τελευταία δεκαετία, τα ενέσιμα σκευάσματα που δρουν στους υποδοχείς των ορμονών ινκρετίνης αποτελούν πραγματική επανάσταση: μειώνουν την όρεξη και αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού. Η λιραγλουτίδη οδηγεί σε μέση απώλεια βάρους 8%, ενώ η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη — τα δύο καινοτόμα σκευάσματα της τελευταίας τριετίας — επιτυγχάνουν μέση μείωση 15-20% με εβδομαδιαία λήψη.
Τα χάπια είναι πιο αποτελεσματικά από τις ενέσεις;
Φάρμακα σε μορφή δισκίου της συγκεκριμένης κατηγορίας δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στην Ελλάδα ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η σεμαγλουτίδη σε μορφή δισκίου κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές του 2026 με παρόμοια αποτελεσματικότητα με το ενέσιμο σκεύασμα, ενώ και η ορφογλιπρόνη αναμένεται να εγκριθεί σύντομα. Τα δισκία αναμένεται να αποτελέσουν ελκυστική επιλογή, κυρίως για άτομα με φοβία βελόνων ή συχνούς ταξιδιώτες — χωρίς όμως να προσφέρουν υψηλότερη αποτελεσματικότητα από τις ενέσεις.
Είναι τα φάρμακα για την παχυσαρκία «εύκολη λύση»;
Όχι. Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας πρέπει να είναι πολυπαραγοντική και να συνδυάζει διατροφικό πρόγραμμα, σωματική δραστηριότητα και συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Η φαρμακευτική αγωγή για παχυσαρκία ή η βαριατρική χειρουργική δεν αποτελούν ένδειξη αποτυχίας ή έλλειψης θέλησης — είναι απλώς η επιπρόσθετη θεραπευτική επιλογή που κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται, ακριβώς όπως ένα άτομο με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 μπορεί να χρειαστεί φάρμακα παρά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής του.
Πώς επιλέγει ο γιατρός το κατάλληλο σκεύασμα;
Κανένα φάρμακο δεν αποτελεί πανάκεια. Η κλινική αξιολόγηση είναι απαραίτητη, με βασικό κριτήριο τα προβλήματα υγείας του κάθε ατόμου — ιδίως τις καρδιομεταβολικές συννοσηρότητες. Για παράδειγμα, διαφορετικό σκεύασμα συστήνεται σε κάποιον με ιστορικό εμφράγματος και διαφορετικό σε κάποιον με Αποφρακτική Υπνική Άπνοια. Πρόσφατες κατευθυντήριες γραμμές διεθνών επιστημονικών εταιρειών βοηθούν τον ιατρό να κάνει την κατάλληλη επιλογή, με προτεραιότητα πάντα τη συνολική βελτίωση της υγείας και όχι μόνο τον αριθμό των κιλών που χάνονται.
Υπάρχουν άτομα που δεν πρέπει να τα παίρνουν;
Οι απόλυτες αντενδείξεις είναι λίγες — κυρίως ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό μυελοειδούς καρκινώματος θυρεοειδούς ή πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 2. Ωστόσο, τα σκευάσματα αυτά προορίζονται αποκλειστικά για άτομα με χρόνια νόσο παχυσαρκίας ή υπερβαρότητα με επιπλοκές — όχι για όσους θέλουν να αδυνατίσουν για αισθητικούς λόγους. Η λήψη τους απαιτεί συνταγή ιατρού με ειδική γνώση και συνεχή παρακολούθηση, καθώς η άκριτη χρήση είναι επικίνδυνη.
Πόσος χρόνος χρειάζεται για να φανούν αποτελέσματα;
Η πλειοψηφία των ατόμων ξεκινά να χάνει σημαντικό βάρος εντός του πρώτου τριμήνου. Ωστόσο, η παχυσαρκία είναι χρόνια νόσος που απαιτεί μακροπρόθεσμη διαχείριση. Κάποιοι ασθενείς θα χρειαστεί να λαμβάνουν αγωγή δια βίου, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους και υπό διαρκή ιατρική αξιολόγηση. Ο στόχος δεν είναι απλά η απώλεια κιλών, αλλά η βελτίωση της συνολικής υγείας και η μακροβιότητα.
Πόσα κιλά μπορεί ρεαλιστικά να χάσει κάποιος;
Τα πλέον αποτελεσματικά σκευάσματα είναι η σεμαγλουτίδη σε δόση 2,4 mg και η τιρζεπατίδη σε δόση 10-15 mg. Με τη χρήση τους για 16 μήνες σε συνδυασμό με υγιεινοδιαιτητικά μέτρα, το 50-70% των ασθενών χάνει τουλάχιστον το 15% του αρχικού βάρους, ενώ το 30-60% ξεπερνά το 20% — με παράλληλα οφέλη σε καρδιομεταβολικές παραμέτρους και πρόληψη επιπλοκών.
Λειτουργούν το ίδιο σε όλους;
Υπάρχει σημαντική ετερογένεια στην ανταπόκριση. Κάποιοι χάνουν ακόμα και 30% του αρχικού βάρους, ενώ ένα μικρό ποσοστό — περίπου 10-15 στα 100 άτομα — δεν ανταποκρίνεται παρά τη μακροχρόνια λήψη. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί εκ των προτέρων η ατομική ανταπόκριση, γεγονός που καθιστά τη συνεχή ιατρική παρακολούθηση απαραίτητη.
Σταματούν να λειτουργούν με τον καιρό;
Πολλοί ασθενείς πιστεύουν ότι τα φάρμακα χάνουν την αποτελεσματικότητά τους όταν το βάρος σταθεροποιείται. Στην πραγματικότητα, η μέγιστη απώλεια βάρους επιτυγχάνεται γύρω στους 12 μήνες, και στη συνέχεια η αγωγή συντελεί στη διατήρησή του — που αποτελεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση. Η λογική είναι ίδια με ένα φάρμακο για διαβήτη ή χοληστερόλη: μειώνει τις τιμές ως ένα σημείο και έπειτα τις διατηρεί σταθερά χαμηλές.
Αν σταματήσει κανείς, επιστρέφει το βάρος;
Κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι μετά τη διακοπή της αγωγής, ο ασθενής ανακτά κατά μέσο όρο το μισό έως τα δύο τρίτα του βάρους που έχασε εντός 12 μηνών. Ο οργανισμός αντιλαμβάνεται την απώλεια βάρους ως κίνδυνο και ενεργοποιεί βιολογικούς μηχανισμούς για να επιστρέψει στο προηγούμενο επίπεδο: μειώνεται ο μεταβολικός ρυθμός, αυξάνονται οι ορμόνες όρεξης και μειώνεται το αίσθημα κορεσμού. Γι’ αυτό η μακροχρόνια παρακολούθηση είναι απαραίτητη, ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο «yo-yo» που οδηγεί τελικά σε ακόμη υψηλότερο βάρος και μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους.
Ποιες είναι οι πιο συχνές παρενέργειες;
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες — που αφορούν έως και το 50% όσων τα λαμβάνουν — προέρχονται από το γαστρεντερικό σύστημα: φούσκωμα, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Συνήθως πρόκειται για ήπιες έως μέτριες αντιδράσεις που υποχωρούν σταδιακά, με αποτέλεσμα μόλις το 5% των ασθενών να διακόπτει την αγωγή λόγω παρενεργειών.
Βοηθούν και στον διαβήτη;
Τα φάρμακα αυτά είναι εγκεκριμένα και για τη ρύθμιση του σακχάρου σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σημαντικά το ποσοστό όσων χρειάζονται ινσουλίνη. Συνδυάζουν ισχυρή μείωση γλυκόζης αίματος με απώλεια βάρους, χωρίς σημαντικό κίνδυνο υπογλυκαιμιών — καθιστώντας τα εξαιρετική θεραπευτική επιλογή για αυτή την κατηγορία ασθενών.
























