Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό JACC, η προπόνηση με αντιστάσεις προσφέρει σημαντικά οφέλη στην υγεία των γυναικών. Οι ερευνητές από το Χάρβαρντ διαπίστωσαν ότι δύο ώρες ενδυνάμωσης εβδομαδιαίως μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος κατά 44%, ειδικά όταν συνδυάζονται με αερόβια άσκηση και περιορισμό της καθιστικής ζωής.
Ασκήσεις ενδυνάμωσης και καρδιαγγειακή υγεία γυναικών
Νέα επιστημονική μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της μυϊκής ενδυνάμωσης για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων στις γυναίκες. Η έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό JACC υπογραμμίζει πως ο συνδυασμός ασκήσεων με αντιστάσεις και αερόβιας προπόνησης προσφέρει σημαντική προστασία, ειδικά όταν συνοδεύεται από περιορισμό της καθιστικής ζωής και της πολύωρης παρακολούθησης τηλεόρασης.
Η σημασία της προπόνησης με αντιστάσεις
Ενώ η αερόβια άσκηση, όπως το τρέξιμο, η κολύμβηση, η ποδηλασία και το γρήγορο περπάτημα, είναι ευρέως αναγνωρισμένη για τα καρδιοπροστατευτικά της οφέλη, η προπόνηση με αντιστάσεις έχει μελετηθεί λιγότερο. Αυτή η μορφή άσκησης περιλαμβάνει χρήση βαρών, ελαστικών ιμάντων, ειδικών μηχανημάτων ή ακόμα και του ίδιου του σωματικού βάρους. Οι ισχύουσες αμερικανικές οδηγίες προτείνουν τουλάχιστον δύο ημέρες ενδυνάμωσης εβδομαδιαίως, παράλληλα με 150 λεπτά αερόβιας άσκησης μέτριας έως υψηλής έντασης.
Η ανάγκη για εξειδικευμένη έρευνα
Η Τιάνγουε Ζανγκ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και επιστήμονας στο Τμήμα Διατροφής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ, τονίζει ότι η προπόνηση με αντιστάσεις συχνά παραβλέπεται. Παρά τα τεκμηριωμένα οφέλη της για την υγεία, η επίδρασή της στις γυναίκες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας δεν είχε εξεταστεί επαρκώς στο παρελθόν. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 117.025 γυναίκες, με μέση ηλικία έναρξης τα 48,1 και τα 66,8 έτη, αξιολογώντας τις συνήθειες άσκησης και τον χρόνο παρακολούθησης τηλεόρασης κάθε τέσσερα χρόνια.
Ευρήματα για τη μείωση καρδιαγγειακού κινδύνου
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα προπόνησης με αντιστάσεις συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, κυρίως όσον αφορά το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Αντιθέτως, δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη συσχέτιση με τα εγκεφαλικά επεισόδια. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες που αφιέρωναν τουλάχιστον δύο ώρες την εβδομάδα σε ασκήσεις ενδυνάμωσης παρουσίαζαν 20% χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου και 44% χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος σε σύγκριση με όσες δεν ασκούνταν καθόλου.
Πρόσθετα οφέλη της μυϊκής ενδυνάμωσης
Κάθε επιπλέον ώρα μυϊκής ενδυνάμωσης σε εβδομαδιαία βάση συνδεόταν με 5% χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου και 14% χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος. Παρόλο που οι συσχετίσεις αυτές εξασθένησαν ελαφρώς μετά τον συνυπολογισμό παραγόντων όπως ο δείκτης μάζας σώματος, ο διαβήτης, η υπέρταση και η χοληστερόλη, τα οφέλη παρέμειναν εμφανή. Επιπλέον, ο συνδυασμός δύο ωρών ενδυνάμωσης με 150 λεπτά αερόβιας άσκησης προσέφερε 45% μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος.
Συνολικές συνήθειες κίνησης και καρδιαγγειακή νόσος
Η ανάλυση των συνολικών συνηθειών κίνησης αναδεικνύει ότι η καλύτερη κατανόηση της καρδιαγγειακής υγείας προκύπτει από την εξέταση του συνολικού τρόπου ζωής. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι γυναίκες που ακολουθούσαν συνδυαστικά τις προτεινόμενες πρακτικές εμφάνιζαν τον μικρότερο κίνδυνο για σοβαρά προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα έδειξαν τα εξής:
- Η ανάλυση των συνολικών συνηθειών κίνησης έδειξε ότι οι γυναίκες που ακολουθούσαν τις τρεις βασικές συστάσεις εμφάνιζαν τον χαμηλότερο κίνδυνο για σοβαρές παθήσεις.
- Οι συστάσεις αφορούσαν την αερόβια άσκηση, την προπόνηση με αντιστάσεις και τον περιορισμό του χρόνου παρακολούθησης τηλεόρασης.
- Όσες εφάρμοζαν αυτές τις οδηγίες είχαν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με εκείνες που δεν ακολουθούσαν καμία ή μόνο ορισμένες από τις συστάσεις.
Περιορισμοί και συμπεράσματα της μελέτης
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η προπόνηση με αντιστάσεις μπορεί να προσφέρει επιπλέον οφέλη όταν εντάσσεται σε έναν γενικότερα δραστήριο τρόπο ζωής, καθώς η καθιστική ζωή αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για έμφραγμα του μυοκαρδίου. Στους περιορισμούς της μελέτης συγκαταλέγεται το γεγονός ότι τα στοιχεία για την άσκηση ήταν αυτοαναφερόμενα, ενώ το δείγμα δεν θεωρείται απόλυτα αντιπροσωπευτικό για το σύνολο του γενικού πληθυσμού. Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, η μελέτη ενισχύει την ανάγκη για συμπερίληψη των ασκήσεων ενδυνάμωσης σε κάθε πρόγραμμα πρόληψης καρδιαγγειακών παθήσεων.

























