Σύμφωνα με έρευνα στο περιοδικό Neurology Open Access, η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής προσφέρει σημαντικό όφελος στη μακροζωία. Ελέγχοντας την αρτηριακή πίεση, τον διαβήτη και το κάπνισμα, οι άνθρωποι μπορούν να θωρακίσουν τον εγκέφαλό τους και να κερδίσουν 13 επιπλέον χρόνια χωρίς άνοια, βελτιώνοντας δραστικά την ποιότητα της καθημερινότητάς τους καθώς μεγαλώνουν.
Αποφεύγοντας 3 παράγοντες κινδύνου κερδίζουμε 13 επιπλέον χρόνια χωρίς άνοια, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη
Η διατήρηση της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης, η απουσία διαβήτη και η συστηματική αποφυγή του καπνίσματος συνδέονται με σχεδόν 13 επιπλέον έτη ζωής χωρίς την εμφάνιση άνοιας. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Neurology Open Access» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας.
Η μελέτη, υπό την επίβλεψη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, εξέτασε δείγμα 12.409 ατόμων. Οι συμμετέχοντες, με μέση ηλικία τα 56 έτη, δεν παρουσίαζαν σημάδια άνοιας κατά την έναρξη.
Η επιστημονική ομάδα εστίασε σε τρεις βασικές παραμέτρους κινδύνου:
- Την υψηλή αρτηριακή πίεση (τιμές άνω των 140/90 mmHg ή χρήση φαρμακευτικής αγωγής υπέρτασης).
- Τον διαβήτη.
- Το κάπνισμα.
Η παρακολούθηση των συμμετεχόντων διήρκεσε κατά μέσο όρο 26 έτη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, 3.008 άτομα διαγνώστηκαν με άνοια, ενώ 5.238 κατέληξαν χωρίς να εμφανίσουν τη συγκεκριμένη νόσο. Τα συμπεράσματα ανέδειξαν σαφή υπεροχή όσων δεν είχαν τους προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου.
Συσχετίσεις και διαφοροποιήσεις στον πληθυσμό
Τα άτομα που δεν εμφάνιζαν κανέναν από τους τρεις κινδύνους έζησαν περίπου 13 χρόνια περισσότερο χωρίς άνοια συγκριτικά με όσους επιβάρυναν την υγεία τους και με τους τρεις παράγοντες.
Επιπροσθέτως, παρατηρήθηκαν δημογραφικές διαφορές:
- Οι γυναίκες έζησαν περισσότερα έτη χωρίς άνοια σε σχέση με τους άνδρες.
- Οι λευκοί συμμετέχοντες παρουσίασαν μεγαλύτερο διάστημα υγιούς διαβίωσης έναντι των μαύρων συμμετεχόντων.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν πως η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη συνάφεια, αλλά αναδεικνύει μια ισχυρή συσχέτιση. Τονίζουν, παράλληλα, πως εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η διατροφή και η σωματική δραστηριότητα.
Ως περιορισμό, η ομάδα αναφέρει ότι η αξιολόγηση των παραγόντων έγινε μόνο μία φορά στην έναρξη της έρευνας. Συνεπώς, η ανάλυση αποτυπώνει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της αρχικής κατάστασης και όχι τις μεταβολές που ενδεχομένως προέκυψαν κατά την 26ετή παρακολούθηση των συμμετεχόντων.























