Το Καταφύγι είναι ένα από τα μαρτυρικά χωριά της Ελλάδας που πλήρωσε με αίμα την αντίστασή του στο Γερμανό κατακτητή. Την τραγική αυτή ιστορία, δηλαδή την πυρπόληση τρεις συνεχόμενες φορές του ίδιου τόπου περιγράφει ο δικηγόρος και συγγραφέας Δημήτρης Κρήτος.
Μέσα από τις προσωπικές μνήμες των γονιών του και τις δικές του εικόνες ενός κατεστραμμένου χωριού μεταφέρει τον αναγνώστη στο 1943 στο μέσον ενός παγκοσμίου πολέμου με αμφίρροπο ακόμη εν πολλοίς αποτέλεσμα. Και λέει:
Οι κάτοικοι του Καταφυγίου σκορπίζονται. Άλλοι στην Κοζάνη, άλλοι στην Κατερίνη. Στο παραπλήσιο Βελβεντό δεν επετράπη να μείνουν, τους απομάκρυναν στα χωριά πέρα από τον Αλιάκμονα, προς την Κοζάνη, στην περιοχή γνωστή με το όνομα «Μπουτζάκια».
… Πήραν λοιπόν το δρόμο, αναζητώντας – όπως κάποτε οι πρόγονοι τους – ένα νέο, έστω προσωρινό καταφύγιο. Δεν τους δέχτηκαν όλα τα χωριά με τον ίδιο τρόπο. Στα περισσότερα όμως βρήκαν φιλοξενία, κατανόηση στήριξη….
Το τελευταίο ερώτημα που υποβάλαμε στο συγγραφέα Δημήτρη Κρήτο είναι αν έχει επιτευχθεί η εθνική συμφιλίωση και αν ως κοινωνία είμαστε ώριμη να δεχτούμε τις αλήθειες των άλλων. Η απάντηση είναι ενδιαφέρουσα
Συνέντευξη στη Μαρία Κορομήλη
Ας αρχίσουμε από το τέλος του δράματος. Πόσο επέδρασε στη ζωή των κατοίκων του Καταφυγίου ο μισεμός; Και μήπως αυτό είναι το εφαλτήριο της δικής σας διήγησης;
Ας ξεκινήσω κι εγώ από το δεύτερο σκέλος της ερώτησης. Ασφαλώς και δεν θα μπορούσα να μείνω ασυγκίνητος από το δράμα και τις μεταπολεμικές περιπέτειες των συμπατριωτών μου, των ίδιων των συγγενών μου, από τον βίαιο ξεριζωμό από τις εστίες τους, από την ολοσχερή καταστροφή του χωριού τους. Από μικρός επισκεπτόμουν κάθε καλοκαίρι το Καταφύγι και από τότε έμειναν χαραγμένες στη μνήμη μου οι εικόνες των ερειπίων από τα πυρπολημένα σπίτια που ήταν σωριασμένα σ’ ολάκερη την έκταση του οικισμού, βουβοί μάρτυρες της ναζιστικής θηριωδίας. Αυτή η καταστροφή, αυτό το δράμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, ωστόσο, ήταν το τίμημα της συμβολής του Καταφυγίου και των κατοίκων του στον μεγάλο ξεσηκωμό του λαού μας στα χρόνια της Κατοχής, στο έπος της Εθνικής Αντίστασης. Δεν ήταν λοιπόν μονάχα το δράμα, οι θυσίες και τα αθώα θύματα της πυρπόλησης του Καταφυγίου αλλά και η ομόθυμη πατριωτική και εθνική ανταπόκριση των συμπατριωτών μου της γενιάς της Κατοχής και του πολέμου που επηρέασε την απόφασή μου να συγγράψω το βιβλίο για το Καταφύγι της Αντίστασης.
Μετά την καταστροφή του Καταφυγίου από τους Ναζιστές οι κάτοικοί του σκόρπισαν σε διάφορες γειτονικές πόλεις και χωριά. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς αποκαταστάθηκε μετά τον πόλεμο σε συνοικία της Κατερίνης. Ήταν γι’ αυτούς το νέο Καταφύγι τους. Σ’ αυτήν την συνοικία γεννήθηκα και μεγάλωσα από γονείς που είχαν γεννηθεί στο άλλο, το παλιό, το προπολεμικό. Τους θυμάμαι καλά από μικρός όλους αυτούς τους παλιούς Καταφυγιώτες. Οταν μιλούσαν μεταξύ τους στο δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, που σαν πολύτιμη κληρονομιά κουβάλησαν στη νέα τους πατρίδα από το ορεινό κι αγαπημένο χωριό τους, έλεγαν ,αναφερόμενοι σ’ αυτό. “Θυμάσαι αντα μας έκαψαν οι Γερμανοί;”, κι αμέσως σκυθρώπιαζε το πρόσωπό τους. Ήταν οι καμένοι του Καταφυγίου Πιερίων με την ιδιόρρυθμη τοπολαλιά και προφορά του προπολεμικού χωριού τους και τα παράξενα για τους αστούς της Κατερίνης ήθη και έθιμα που δεν εννοούσαν να ξεχάσουν και εγκαταλείψουν. Κι όσο ζούσαν όλοι εκείνοι οι παλιοί συμπατριώτες, οι γεννημένοι και μεγαλωμένοι στο παλιό Καταφύγι, είχαν μόνιμο σύντροφο για το υπόλοιπο της ζωής τους τη νοσταλγία της γενέτειρας και τον πόνο από την καταστροφή της>>.
Την περίοδο του μεσοπολέμου το Καταφύγι είχε μια ενδιαφέρουσα ανάπτυξη. Είχε σχολεία, παρθεναγωγείο–ταπητουργείο, καταστήματα, καφενεία. Πού κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτή η δυναμική , που οι εγκατεστημένοι Καταφυγιώτες στην Κατερίνη, ανέφεραν συχνά;
Πράγματι, το Καταφύγι κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου σημείωσε μια αξιόλογη πρόοδο και ανάπτυξη ιδίως στον τομέα της εκπαίδευσης, αλλά και στους άλλους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Πρόοδο και ανάπτυξη που ήταν αποτέλεσμα μιας παράδοσης στην εκπαίδευση και την κοινοτική αυτοδιοίκηση, αλλά και διεργασιών που σημειώθηκαν στην οικονομική ζωή της τοπικής κοινωνίας και ανάγονται στο διάστημα από το δεύτερο μισό του 18ου έως και το τέλος του 19ου αιώνα. Στο Καταφύγι λειτουργούσε σχολείο από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα καθώς και κάποιας μορφής κοινοτική αυτοδιοίκηση. Στα τέλη του 19ου αιώνα, παρά τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα των κατοίκων, στο χωριό λειτουργούσαν εξατάξια Αστική Σχολή και Νηπιαγωγείο, η Κοινότητα δε διοικούνταν με βάση Κοινοτικό Κανονισμό. Στα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση της Μακεδονίας το Καταφύγι ήταν μια πολυάνθρωπη κοινότητα, ένα κεφαλοχώρι, με πεντακόσιες περίπου δίπατες κατοικίες και πληθυσμό κοντά στις 2000 ψυχές. Η συντριπτική πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού ασχολούταν με την υλοτομία, το ζανάτι, όπως συνήθιζαν να λένε οι παλιοί, ένα επάγγελμα στο οποίο αναγκάσθηκαν να στραφούν από το 18ο αιώνα λόγω της ακαρπίας του χωριού τους. Αγαπούσαν τα γράμματα και σέβονταν τους δασκάλους και τους γραμματισμένους, από το υστέρημά τους δε δεν παρέλειπαν να ενισχύουν τα σχολεία και τις εκκλησίες του χωριού. Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι ξενιτεμένοι υλοτόμοι, επιστρέφοντας στο χωριό από τα πολύμηνα ταξίδια εργασίας, ήταν να εξοφλήσουν τα χρέη του μπακάλη, του γιατρού και της Κοινότητας. Αυτοί λοιπόν ,μαζί με τους μετανάστες της Αμερικής, στάθηκαν οι αιμοδότες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Κοινότητας. Πιστεύω, συνεπώς, πως το θαύμα της επιβίωσης επί δυόμιση περίπου αιώνες του άγονου και ορεινού Καταφυγίου μονάχα στην πολυπληθή τάξη των υλοτόμων μπορεί να αποδοθεί. Αυτοί ήταν που από τον 18ο αιώνα, αλλάζοντας την οικονομική βάση της μικρής τους κοινωνίας, έβαλαν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού. Είναι ο πολιτισμός της χρυσής για το Καταφύγι εποχής του μεσοπολέμου. Το Καταφύγι για το οποίο, εκτός από τους ίδιους τους μετακατοχικούς Καταφυγιώτες, και ένας από τους τελευταίους πριν από την καταστροφή του δασκάλος ,ο Βελβεντινός Δημήτρης Φυλακτός ,μιλάει με ανυπόκριτο θαυμασμό και εξόχως κολακευτικά λόγια .
Ας έλθουμε στο θέμα σας. Το Καταφύγι ήταν μια αετοφωλιά, δύσκολα προσβάσιμη. Ο δρόμος από το Βελβεντό την εποχή εκείνη θα ήταν δύσκολος. Οι Γερμανοί αποτόλμησαν μια τριπλή επιχείρηση. Δεν συνάντησαν αντίσταση καθ’οδόν από τις ομάδες των ανταρτών;
Το Καταφύγι, χτισμένο σε υψόμετρο 1450 μ.,κάτω από την κορυφή των Πιερίων, το Φλάμπουρο,και γεωγραφικά απομονωμένο, ήταν όντως δύσκολα προσπελάσιμο για τους κατακτητές. Ο δρόμος Βελβεντού –Καταφυγίου πράγματι ήταν ένας δύσβατος και ανηφορικός δρόμος. Αυτή η γεωγραφική απομόνωση μπορεί να ευνόησε την ανάπτυξη του αντάρτικου στην περιοχή και να προστάτεψε το χωριό, ωστόσο δεν στάθηκε ικανή να το σώσει από τη ναζιστική λαίλαπα του χειμώνα του 1943. Το Καταφύγι αποτελούσε επιχειρησιακό και ανεφοδιαστικό κέντρο των ανταρτών, πολύτιμο για τους ελιγμούς τους στα Πιέρια. Οι Γερμανοί τον χειμώνα του 43-44 και στο χρονικό διάστημα από 18 Δεκέμβρη του 43 έως και τέλος Γενάρη του 44, επέδραμαν τρείς φορές κατά του χωριού με σκοπό όχι μόνο να το τιμωρήσουν για τη συμμετοχή των κατοίκων του στην Αντίσταση αλλά για το καταστρέψουν συθέμελα και να στερήσουν έτσι τον ΕΛΑΣ από μια βάση ανεφοδιασμού και επιχειρησιακού ελέγχου των Πιερίων. Για την επίθεσή τους κατά του Καταφυγίου οι κατακτητές χρησιμοποίησαν αυτόν τον δύσβατο δρόμο και όχι τον άλλο Βελβεντού –Καταφυγίου μέσω Παλιογράτσανου που είχαν χρησιμοποιήσει στις εαρινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους. Ο ΕΛΑΣ ,εκτιμώντας εσφαλμένα ότι ο εχθρός θα χρησιμοποιούσε το δρόμο Παλιογράτσανου –Καταφυγίου, τοποθέτησε εκει το μεγαλύτερο μέρος των περιορισμένων έτσι κι αλλιώς δυνάμεών του και άφησε ουσιαστικά ακάλυπτο τον άλλο δρόμο τον οποίο επέλεξαν οι Γερμανοί, οι οποίοι ωστόσο εγνώριζαν από πληροφοριοδότες τους τις κινήσεις, θέσεις και αποφάσεις των ανταρτών. Το δρόμο λοιπόν Βελβεντού –Καταφυγίου τον υπερασπιζόταν μονάχα μια μικρή δύναμη εφεδροελασιτών και επόπτευε από το γειτονικό χωριό Σκούλιαρη ένα φυλάκιο το οποίο, δυστυχώς, δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του εχθρού τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Δεκέμβρη. Παρά ταύτα στην πολύωρη μάχη που ακολούθησε οι ασύγκριτα υπέρτερες γερμανικές δυνάμεις υπέστησαν ήττα. Η ανδρεία, η αυτοθυσία και ο ηρωισμός των Ελασιτών υποχρέωσε τους Ναζί να εγκαταλείψουν ηττημένοι το πεδίο της μάχης, χαρίζοντας έτσι στον ΕΛΑΣ μια περιφανή νίκη και στεφανώνοντας τα όπλα του με αμάραντη δόξα. Παράλληλα δόθηκε η δυνατότητα στους κατοίκους να εγκαταλείψουν με ασφάλεια το χωριό .Μετά δυό μέρες και αφοί στο μεταξύ οι αντάρτες, προκειμένου να μην εγκλωβιστούν στα Πιέρια από τις πολλαπλάσιες εχθρικές δυνάμεις, συμπτύχθηκαν προς Χάσια, οι Γερμανοί ξαναεπιτέθηκαν στο Καταφύγι, το πυρπόλησαν και σκότωσαν εικοσιδύο ασθενείς και ανήμπορους να μετακινηθούν από τα σπίτια τους κατοίκους. Ένα μήνα αργότερα επανέλαβαν για τρίτη φορά την επιδρομή τους προκειμένου να κάψουν όσες κατοικίες είχαν μείνει ανέπαφες από την προηγούμενη επιχείρησή τους.
1943, η μάχη του Στάλιγκραντ έχει καθορίσει την τύχη των κατακτητών σε μεγάλο μέρος, οι Γερμανοί, όπως θα λέγαμε σήμερα, “έπαιζαν τα ρέστα τους”. Τι ήλπιζαν με τις εκκαθαριστικές δράσεις στην περιοχή των Πιερίων, την ασφαλή υποχώρησή τους;
Η μάχη του Στάλιγκραντ αλλά και άλλες νικηφόρες επιχειρήσεις των συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα, κυρίως όμως η αντίσταση στην αρχή και νικηφόρα προέλαση στη συνέχεια των Σοβιετικών προκαθόρισαν την τύχη των Γερμανών, οι οποίοι ωστόσο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ήταν ως το τέλος ανένδοτοι και σκληροί. Μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ λίγες μόνο ημέρες πριν την αυτοκτονία του και ενώ οι Σοβιετικοί είχαν προωθηθεί λίγες εκατοντάδες μέτρων από το καταφύγιό του, παρασημοφορούσε ανήλικους πολεμιστές διαβεβαιώνοντάς τους ότι η νίκη θα ήταν δική τους. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών στη χώρα μας είχαν αποκλειστικό στόχο τον εγκλωβισμό και εξόντωση των ανταρτών, την εκκαθάριση της ορεινής Ελλάδας από τους αντάρτες που τους πολεμούσαν και τους προκαλούσαν μεγάλη φθορά. Εκατοντάδες έως χιλιάδες χωριά στη χώρα μας πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν από τους Ναζί και δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ολοκαυτώματα όπως αυτά των Καλαβρύτων ,του Διστόμου, του Χορτιάτη κ.α. Μόλις προ ημερών έγινε πολύς λόγος για την ομαδική εκτέλεση 200 πατριωτών κομμουνιστών από τους Γερμανούς, τέσσερις μόνο μήνες πριν φύγουν από τη χώρα μας. Όλα αυτά τα ολοκαυτώματα και οι ομαδικές εκτελέσεις αθώων αμάχων και κρατουμένων είχαν πρωταρχικό στόχο το χτύπημα της Αντίστασης και φυσικά τη δική τους ασφάλεια. Ασφαλώς και εμμέσως προετοίμαζαν έτσι και την επικείμενη υποχώρησή τους με τις μικρότερες δυνατές απώλειες, οι οποίες δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εξυπηρετήθηκαν στο τέλος όχι τόσο από τις ωμότητες και τα αντίποινα που εφήρμοσαν κατά των αμάχων όσο από την μυστική συμφωνία που είχαν συνάψει οι Άγγλοι μαζί τους για να εξασφαλιστούν τα στρατηγικά συμφέροντα της γηραιάς Αλβιόνος στη χώρα μας .
Το Καταφύγι είναι ένα από μια σειρά πυρπολημένων χωριών στα Πιέρια, το Ελατοχώρι, ο Μοσχοπόταμος και άλλα που δεν έγινε αναγκαστικά μετοίκηση. Γιατί στο Καταφύγι;
Δεν ήταν μόνο το Καταφύγι, το Ελατοχώρι και ο Μοσχοπόταμος τα πυρπολημένα χωριά στην περιοχή των Πιερίων αλλά και πολλά άλλα, όπως η Σκούλιαρη, το Παλιογράτσανο, το Μοσχοχώρι, τα Σέρβια ,η Καστανιά, ο Αγ.Δημήτριος, το Λιτόχωρο ,οι Μηλιές, η Μόρνα, η Λεπτοκαρυά κ.α. Η περίπτωση του Καταφυγίου ξεχωρίζει από τα άλλα όχι μόνο γιατί καταστράφηκε ολοσχερώς –τέτοια ήταν η καταστροφή και άλλων-αλλά και γιατί ως επιχειρησιακό κέντρο και βάση ανεφοδιασμού των ανταρτών έπρεπε να πάψει να κατοικείται. Έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να εξαφανιστεί από το χάρτη , ώστε να πάψει να αποτελεί πονοκέφαλο για τις κατοχικές δυνάμεις. Θυμιζω αυτό που είπα παραπάνω, ότι δηλ. οι γερμάνιο ένα μήνα μετά την πυρπόλησή του στις 23 Δεκέμβρη του 43, ξαναανέβηκαν στο Καταφύγι για να πυρπολήσουν και τις ελάχιστες κατοικίες που δεν είχαν καεί στην προηγούμενη επιχείρησή τους. Τελικά από τα κτίσματα του χωριού σώθηκε σαν από θαύμα μόνο η ιστορική εκκλησία του Αγ.Νικολάου και άλλα ένα –δύο σπίτια. Μετά τον πόλεμο κάμποσες οικογένειες επέστρεψαν στο Καταφύγι και με τη βοήθεια του κράτους έχτισαν καινούργια σπίτια παραμένοντας στο ορεινό χωριό ως τα μέσα της δεκαετίας του 60, οπότε και κατέβηκαν και αυτές στην Κατερίνη και Βελβεντό. Έκτοτε το Καταφύγι δεν κατοικείται τους χειμώνες, παρά μονάχα ένα, δυο μήνες το καλοκαίρι από παραθεριστές που χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν.
Ποια είναι η αποτίμησή σας για την εποχή εκείνη. Χαμένη η θυσία. Βαδίζουμε σωστά ως Ελλάδα ή στραβά αρμενίζουμε σύμφωνα με γνωστή ρήση;
Οι αγώνες και οι θυσίες του λαού μας την Κατοχή κατά των κατακτητών και της ιδεολογίας τους ,του ναζισμού φασισμού, δεν πήγαν χαμένοι. Ο λαός μας στεφανώθηκε με αμάραντη και αιώνια δόξα αγωνιζόμενος πρώτα κατά των Ιταλών φασιστών και στη συνέχεια, στη διάρκεια της Κατοχής, κατά των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών. Έγραψε με γράμματα ποτισμένα με δάκρυα και αίμα σελίδες άφθαστης δόξας στο βιβλίο της Εθνικής μας Ιστορίας. Ποτέ ένας τέτοιος αγώνας δεν θεωρείται χαμένος, όσες θυσίες κι αν χρειαστεί να τον συνοδέψουν. Μπορεί μετά την απελευθέρωση να μην δικαιώθηκαν όλες οι προσδοκίες του αγωνιζόμενου λαού. Η χώρα δυο χρόνια μετά την απελευθέρωση βυθίστηκε σε εμφύλια ρήξη και οι τιμημένοι αγωνιστές της Αντίστασης για σαράντα χρόνια διώκονταν κι ο αγώνας τους δεν αναγνωριζόταν από την πολιτεία. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο να πούμε ότι ο αγώνας της Αντίστασης ήταν μάταιος. Και τρανή απόδειξη στέκονται οι ίδιοι οι αγωνιστές της .Κανένας τους ποτέ δεν πίστεψε και δεν ισχυρίστηκε ότι κακώς είχε συμμετάσχει σ’ αυτόν τον τίμιο πατριωτικό και πανεθνικό αγώνα. Κανένας ποτέ δεν είπε “έκανα λάθος, δεν έπρεπε να μπλεχτώ”. Μπορεί να ταπεινώθηκαν πολλοί τους ,να υπέστησαν διώξεις, να αδικήθηκαν, αλλά ποτέ κανένας τους δεν είπε ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν είχε συμμετάσχει σ’ εκείνον τον ξεσηκωμό. Κατά βάθος όλοι τους ένιωθαν περήφανοι κι ας αναγκάζονταν να κρύβουν τα αισθήματα και τις πεποιθήσεις τους .Κι αυτό, ασφαλώς, δεν έχει καμιά σχέση με τα όποια, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα λάθη στη διάρκεια του αγώνα. Τα προβλήματα της χώρας μας είναι πολλά και τέτοια που ίσως δικαιολογούν τη λαϊκή ρήση ότι δεν μας φταίει ο γιαλός γιατί εμείς οι ίδιοι στραβά αρμενίζουμε. Αυτό όμως είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα που ξεφεύγει από τα πλαίσια της ερώτησης.
Σήμερα είναι μια άλλη εποχή. Κάπου λέτε ότι δώσατε στα παιδιά σας να διαβάσουν το βιβλίο πριν το εκδώσετε. Πώς βλέπουν οι νέοι τα γεγονότα της εποχής εκείνης για τα οποία έχουν ελάχιστες ή και καθόλου αναφορικές μνήμες;
Οι σημερινοί νέοι, λόγω της χρονικής απόστασης από την Κατοχή και τα γεγονότα της, δεν διαθέτουν τις ίδιες βιωματικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις με τις προηγούμενες γενιές. Ένα μικρότερο σε σχέση με τους νέους των προηγούμενων δεκαετιών ποσοστό νέων ενδιαφέρεται για την ιστορία της περιόδου εκείνης και δυστυχώς, την άγνοια ή και παραπληροφόρηση επιτείνει η πλημμελής διδασκαλία στη μέση εκπαίδευση για την περίοδο εκείνη. Θλίβομαι παρακολουθώντας ιδίως στο διαδίκτυο κραυγές φανατικών που καταφέρονται τόσο κατά αγωνιστών της Αντίστασης όσο και κατά της ίδιας, συγχέοντας μάλιστα αδικαιολόγητα τις περισσότερες φορές το παλλαϊκό κίνημα της περιόδου 1941-1944 με τον επακολουθήσαντα Εμφύλιο 1946-1949. Επιβάλλεται η συστηματικότερη διδασκαλία της περιόδου εκείνης στα παιδιά των γυμνασίων και λυκείων.
Στον πρόλογο του βιβλίου σας αναφέρετε ότι δίνετε τη δική σας άποψη για τα γεγονότα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, και είναι προς τιμήν σας. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα κρίνουν την αλήθεια λέτε. Η ερώτηση είναι. Ως κοινωνία είμαστε ώριμη να δεχτούμε και τις αλήθειες των άλλων και να προχωρήσουμε;
Ιστορία σημαίνει γνώση. Και γνώση σημαίνει αλήθεια. Ιστορική γνώση σημαίνει αληθινή γνώση των γεγονότων αυτών δηλ. που διαδραματίσθηκαν στο παρελθόν. Διαθέτουμε σήμερα επαρκή γνώση των γεγονότων της περιόδου για την οποία ομιλούμε; Νομίζω πως ναι. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ποτέ δεν εξαντλούνται πλήρως τα στοιχεία, τα ντοκουμέντα, οι πρωτογενείς πηγές που μας προσφέρουν άμεση ιστορική γνώση για ένα γεγονός ή για μια ιστορική περίοδο, ωστόσο για την συγκεκριμένη περίοδο της Κατοχής διαθέτουμε επάρκεια πρωτογενών πηγών και μαρτυριών, τόση και τέτοια, ώστε να μπορούμε να πούμε για τα περισσότερα γεγονότα π.χ. ότι συνέβησαν έτσι κι όχι αλλιώς. Αυτό, όπως αντιλαμβάνεται κανένας, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από την ερμηνεία που μπορεί να δώσει κάποιος στα γεγονότα. Αν λοιπόν η ύπαρξη των γεγονότων είναι κάτι το αδιαμφισβήτητο, κάτι που μονάχα ένας συνειδητός παραχαράκτης της αλήθειας μπορεί και νομιμοποιείται να κάνει, αντιθέτως η ερμηνεία αυτών των γεγονότων διαφέρει ανάλογα με την εποχή και τις κρατούσες αντιλήψεις της. Ο Θουκυδίδης, για παράδειγμα, πίστευε ότι η κύρια αιτία της σύγκρουσης Αθήνας και Σπάρτης ήταν ο φόβος της τελευταίας για την αύξηση της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος της πρώτης, υποβαθμίζοντας έτσι ή αγνοώντας τελείως τον παράγοντα Κόρινθος και τον εμπορικό ανταγωνισμό της με την Αθήνα. Εμείς σήμερα δίνουμε πολύ μεγάλη βαρύτητα στον παράγοντα αυτόν, κάτι που δεν συνέβαινε με τους αρχαίους. Ερμηνεύουμε συνεπώς διαφορετικά από τους τελευταίους τα γεγονότα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε την αλήθεια των γεγονότων καθ’ εαυτά.
Ακούω πολλούς να λένε σε σχέση με την περίοδο της Κατοχής ότι πραγματική αντίσταση κατά των Γερμανών έκαναν οι τάδε κι όχι οι δείνα. Κι ας βρίθει η δράση των τάδε από αποδεδειγμένες πράξεις συνεργασίας τους με τον εχθρό. Αυτό αποτελεί χονδροειδή παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Άλλοι πάλι λένε ότι οι τάδε δεν επέλεξαν να συνεργασθούν με τον εχθρό οικεία βουλήσει αλλά εξαναγκασθέντες από τη στάση των δείνα. Αυτό το δεύτερο δεν αποσιωπά το γεγονός αλλά προσπαθεί να το εξηγήσει και δικαιολογήσει εν τέλει.
Κοντολογίς. Η αποσιώπηση του γεγονότος, η διαστρέβλωσή του είναι αποκρουστέα και καταδικαστέα πρακτική. Αντιθέτως η διαφορετική ερμηνεία του, όταν είναι καλόπιστη, είναι επιβεβλημένη. Υπό την έννοια αυτή πρέπει ως κοινωνία να διδαχθούμε να ακούμε, να προσέχουμε και, αν πειστούμε, να υιοθετούμε τις αλήθειες των άλλων. Μόνο έτσι θα προοδεύσουμε ως κοινωνία
Μαρία Κορομήλη
































