Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο ΕΒΕΑ, υπογράμμισε τη σταθερή επιλογή της κυβέρνησης για στήριξη της επιχειρηματικότητας από το 2019. Μέσω 23 φορολογικών παρεμβάσεων και νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως το πρόγραμμα 1,5 δισ. ευρώ της Αναπτυξιακής Τράπεζας, η Πολιτεία στοχεύει στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε τη στρατηγική στήριξης των επιχειρήσεων στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, μίλησε στην τακτική συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ), τονίζοντας πως η στήριξη του επιχειρηματικού κόσμου αποτελεί σταθερή επιλογή της κυβέρνησης από το 2019. Το ΕΒΕΑ αναγνωρίζεται ως θεσμικός συνομιλητής της Πολιτείας, λειτουργώντας ως καθρέφτης των δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας.
Στην αίθουσα παρευρέθηκαν άνθρωποι που επενδύουν και δημιουργούν θέσεις εργασίας, αποτελώντας τους πρωταγωνιστές της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Ο υπουργός ανέφερε πως η παρουσία του αποσκοπεί στον συντονισμό Πολιτείας και επιχειρήσεων για τη μετατροπή της οικονομικής σταθερότητας σε παραγωγική δύναμη, κάνοντας έναν απολογισμό των δράσεων μετά από πρόσφατες επαφές του στο Βερολίνο υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Eurogroup.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα της Ελλάδας έχει μεταβληθεί ριζικά, καθώς η λέξη «κρίση» έδωσε τη θέση της στην «αξιοπιστία». Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η οικονομία καθορίζεται από τις προσδοκίες και τις επενδύσεις, θέτοντας τον πήχη υψηλότερα από το τρέχον 2% του ρυθμού ανάπτυξης, το οποίο, αν και υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, δεν αποτελεί το τελικό όριο των δυνατοτήτων της χώρας.
Τα μακροοικονομικά μεγέθη παρουσιάζουν βελτίωση, με την ανεργία να υποχωρεί στο 7,9% τον Ιούλιο, πλησιάζοντας ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται ταχύτατα, με στόχο να πέσει κάτω από το 120% έως το 2029. Οι επενδύσεις, που βρίσκονταν στο 11% του ΑΕΠ, αναμένεται να ανέλθουν στο 17,7% φέτος, αποδεικνύοντας την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.
Αναγνωρίζοντας τις ανησυχίες των επιχειρηματιών για το ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό, ο υπουργός τόνισε τη σημασία της μικροοικονομίας. Διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση εξαντλεί τις δημοσιονομικές δυνατότητες στήριξης, συμφωνώντας με την ανάγκη διαφάνειας στα προγράμματα των κομμάτων μέσω του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, αποφεύγοντας τις ανέξοδες υποσχέσεις που δεν αντέχουν στην πραγματικότητα.
Η στρατηγική στήριξης της επιχειρηματικότητας ενσωματώνει 23 συγκεκριμένες παρεμβάσεις από το 2019, οι οποίες στοχεύουν στη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν
- Μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από το 28% στο 22%.
- Περιορισμό της φορολογίας μερισμάτων στο 5%.
- Μείωση της προκαταβολής φόρου από το 100% στο 80%.
- Περικοπή των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες.
- Περιορισμό του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου από το 1% στο 0,2%.
- Μείωση κατά 50% του φόρου χρηματιστηριακών συναλλαγών.
- Περιορισμό του φόρου στους τόκους των εισηγμένων εταιρικών ομολόγων από 15% σε 5%.
- Αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές.
- Μείωση του ΦΠΑ σε μεταφορές, τουρισμό και σειρά υπηρεσιών.
- Περιορισμό φόρων χαρτοσήμου σε επιχειρηματικές συναλλαγές.
- Αύξηση της υπερέκπτωσης για έρευνα και ανάπτυξη.
- Θέσπιση κινήτρων για πράσινες και στρατηγικές επενδύσεις.
- Φορολογικά κίνητρα για συγχωνεύσεις και μετασχηματισμούς με μείωση φόρου κατά 30%.
Επιπλέον, θεσπίστηκαν κίνητρα για angel investors, ευνοϊκό πλαίσιο για stock options και ειδικά καθεστώτα προσέλκυσης ανθρώπινου κεφαλαίου. Ο στόχος είναι η φορολογική επιβράβευση της επένδυσης και της καινοτομίας. Παράλληλα, διοχετεύτηκαν σημαντικά κεφάλαια μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, του InvestEU, του ΕΣΠΑ και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, ενισχύοντας τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το κυβερνητικό σχέδιο για την επόμενη τετραετία, όπως παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, στοχεύει στη διατήρηση της ανάπτυξης. Πρώτος πυλώνας είναι η σταθερότητα, με τη σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και τη μείωση της προκαταβολής φόρου κατά 5% ετησίως, από το 80% προς το 50%, παρά το υψηλό δημοσιονομικό κόστος των 400 εκατομμυρίων ευρώ ανά ποσοστιαία μονάδα.
Η κυβερνητική πολιτική οφείλει να ισορροπεί μεταξύ των αναγκών των επιχειρήσεων και των κοινωνικών προτεραιοτήτων, αντιμετωπίζοντας την ακρίβεια που επηρεάζει τα νοικοκυριά. Κάθε διαθέσιμο ευρώ από τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου θα επιστρέφεται στην κοινωνία, με βάση τα πραγματικά δεδομένα και όχι φαντασιακά ποσά, διασφαλίζοντας την αξιοπιστία της οικονομικής διαχείρισης.
Σχετικά με τη ρευστότητα, πέρα από το νέο δανειοδοτικό πρόγραμμα 1,5 δισ. ευρώ, η ένταξη του Χρηματιστήριο Αθηνών στο δίκτυο της Euronext ανοίγει πρόσβαση σε διεθνή θεσμικά κεφάλαια. Ο διευθύνων σύμβουλος της Euronext, Stéphane Boujnah, χαρακτήρισε τη δραστηριοποίηση ναυτιλιακών εταιρειών στην ελληνική αγορά ως «business meets nostos», υπογραμμίζοντας τις προοπτικές της εγχώριας κεφαλαιαγοράς.
Για την αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, η κυβέρνηση δρομολογεί την πλατφόρμα «Συνέπεια». Στόχος είναι η δημόσια διαφάνεια για τους φορείς που καθυστερούν τις πληρωμές, ασκώντας πίεση στο σύστημα για την έγκαιρη εξόφληση, ενισχύοντας τη λογοδοσία των δημόσιων λειτουργών και τη βελτίωση της εσωτερικής διαχείρισης των πληρωμών.
Όσον αφορά το ενεργειακό κόστος, ο στόχος της κυβέρνησης είναι η δομική μείωση κατά 30%. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω επενδύσεων σε δίκτυα, διασυνδέσεις, παραγωγή και αποθήκευση, ενισχύοντας το Εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η ψηφιοποίηση του κράτους, μέσω του gov.gr και εργαλείων όπως το IRIS, αποτελεί προϋπόθεση για τη μείωση της γραφειοκρατίας και την εξοικονόμηση χρόνου για τις επιχειρήσεις.
Στο ευρωπαϊκό πεδίο, ο υπουργός τόνισε την ανάγκη για Ευρωπαίους πρωταθλητές, ξεπερνώντας τον κατακερματισμό των αγορών. Η Ελλάδα, παρά την παγκόσμια αστάθεια, διατηρεί ανθεκτικότητα. Τέλος, για το ιδιωτικό χρέος, δίνεται έμφαση στην εφαρμογή του εξωδικαστικού μηχανισμού και στη δικαστική προστασία, με το κράτος να επιδιώκει να προσφέρει λύσεις στους πολίτες που επιβαρύνθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
























