Η Ελλάδα πέτυχε διπλή αναβάθμιση από τους οίκους Moody’s και Scope Ratings, φτάνοντας στη βαθμίδα BBB+ για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια. Η εξέλιξη αυτή επιβραβεύει τη δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας, ενώ παράλληλα η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει έντονες οικονομικές πιέσεις και αυξημένο κόστος δανεισμού σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Σημάδια ισχύος στην ελληνική οικονομία μετά τις διπλές αναβαθμίσεις
Η πρόσφατη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους Moody’s και Scope Ratings, σε μια περίοδο έντονης διεθνούς ρευστότητας, ξεπερνά τα όρια μιας απλής θετικής είδησης. Σε μια Ευρώπη που παλεύει να διαχειριστεί τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων, το νέο ενεργειακό σοκ, το αυξημένο κόστος δανεισμού και τις πιεστικές δημοσιονομικές ανάγκες, η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως πυξίδα εμπιστοσύνης. Αποτελεί μια ηχηρή αντίστιξη σε ένα περιβάλλον όπου η σταθερότητα μοιάζει εύθραυστη, καθώς ακόμη και ισχυρά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης αναζητούν τρόπους να δικαιολογήσουν στις αγορές και τους πολίτες τους τη χρηματοδότηση νέων μέτρων στήριξης και την αντιμετώπιση των διαδοχικών κρίσεων.
Παρά τον ταυτόχρονο χαρακτήρα τους, οι δύο αυτές αξιολογήσεις φέρουν ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο οίκος Moody’s, ο οποίος διατηρούσε την πιο επιφυλακτική στάση για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, ευθυγραμμίστηκε πλέον με τους υπόλοιπους διεθνείς φορείς, εντάσσοντας τη χώρα στην ίδια κατηγορία και διατηρώντας θετικές προοπτικές για περαιτέρω αναβάθμιση. Στην πράξη, όλοι οι αναγνωρισμένοι οίκοι πιστοποιούν ότι η Ελλάδα έχει εδραιωθεί με επιτυχία στην κατηγορία “BBB” και διαθέτει πλέον το περιθώριο να στοχεύσει σε υψηλότερα επίπεδα αξιολόγησης.
Αν και οι επαγγελματίες των αγορών αντιλαμβάνονται τη σημασία αυτής της εξέλιξης, μεγάλο μέρος του κοινού αγνοεί τι συνεπάγεται για μια οικονομία που παρέμενε στην κατηγορία «σκουπίδι» από το 2010 έως το 2023. Το γεγονός ότι η χώρα κατάφερε να απεγκλωβιστεί από τον πυθμένα της επενδυτικής βαθμίδας, στην οποία επέστρεψε μετά από 15 χρόνια, και μέσα σε ένα μόλις έτος να πατάει με σταθερότητα μία βαθμίδα υψηλότερα, χωρίς τον φόβο μιας άμεσης υποχώρησης σε κάθε μικρή αναταραχή, συνιστά μια ιστορική μεταστροφή.
Η ουσία αυτής της ανθεκτικότητας αναδεικνύεται μέσα από τα τρέχοντα οικονομικά παράδοξα. Ενώ από την περίοδο 2009-2010 η Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση κατάρρευσης, αναζητώντας επί μια δεκαετία στήριξη από τους ισχυρούς της Ευρώπης, σήμερα παρατηρείται η αντίστροφη εικόνα. Η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αντοχές, μένοντας αλώβητη από τα κύματα που πλήττουν άλλες χώρες, οι οποίες καλούνται πλέον να διαχειριστούν τις δικές τους δημοσιονομικές δυσκολίες.
Ο στόχος για την Αθήνα παραμένει φιλόδοξος: δεν αρκεί η διατήρηση της παρούσας θέσης, αλλά απαιτείται η σύγκλιση και η επιστροφή στα επίπεδα της «Α κατηγορίας», όπου η χώρα βρισκόταν πριν από δύο δεκαετίες. Αυτή η προοπτική ενισχύεται από την αναβάθμιση της γερμανικής Scope Ratings, η οποία τοποθέτησε τη χώρα στη βαθμίδα BBB+. Από αυτό το σημείο, η Ελλάδα ατενίζει με αισιοδοξία την επόμενη κλίμακα, εκεί όπου το γράμμα «Α» κυριαρχεί στην αξιολόγηση.
Η νέα πραγματικότητα στις αξιολογήσεις και τις αγορές
Ενώ για δέκα χρόνια η χώρα ήταν συνηθισμένη να κρίνεται οριακά από την Τρόικα και τους Θεσμούς, πλέον περνά με επιτυχία τα αυστηρά τεστ των διεθνών αγορών. Η συγκυρία των αναβαθμίσεων συμπίπτει με τη μετάταξη του Ελληνικού Χρηματιστηρίου στις ώριμες αγορές. Το ορόσημο αυτό συνοδεύτηκε από ρεκόρ συναλλακτικής δραστηριότητας, καθώς ο τζίρος εκτοξεύτηκε στα 4,26 δισ. ευρώ την Παρασκευή, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση στα 150 χρόνια λειτουργίας του. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την έμπρακτη σημασία της αναβάθμισης του αξιόχρεου, η οποία λειτουργεί ως μαγνήτης για μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια.
Η ευρωπαϊκή οικονομική αβεβαιότητα
Το φόντο στο οποίο πραγματοποιούνται αυτές οι κινήσεις κρίνεται εξαιρετικά κρίσιμο. Λίγες ώρες νωρίτερα, στο Δουβλίνο, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, περιέγραψε την Ευρώπη ως ένα οικοσύστημα που έχει αντέξει διαδοχικά πλήγματα, αλλά αντιμετωπίζει πλέον νέες πιέσεις. Δικαιολογώντας τη δημοσιονομική αυστηρότητα της ΕΕ, αναφέρθηκε στην αναταραχή στα κρατικά ομόλογα, προειδοποιώντας ότι η ανατιμολόγηση ξεκίνησε από τις ανεπτυγμένες οικονομίες και σύντομα θα επεκταθεί στις αναδυόμενες, καλώντας σε δημοσιονομική πειθαρχία.
Το μήνυμα αυτό δεν αφορούσε την Ελλάδα, καθώς η διατήρηση πλεονασμάτων, οι πρόωρες αποπληρωμές και η μείωση του χρέους αποτέλεσαν τα βασικά θεμέλια των πρόσφατων αναβαθμίσεων.
Αντιθέτως, η προσοχή στρέφεται σε άλλες μεγάλες δυνάμεις της Ευρωζώνης:
- Το spread του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού διευρύνθηκε στις 100 μονάδες βάσης, για πρώτη φορά από το 2012.
- Ο Ιταλός υπουργός Οικονομίας, Τζιανκάρλο Τζορτζέτι, προειδοποίησε για το δυσβάσταχτο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους της χώρας του.
- Οι γεωπολιτικές εντάσεις πιέζουν τα δημοσιονομικά μεγέθη των βιομηχανικών χωρών, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για το σύνολο της Ευρώπης.
Προοπτικές για το μέλλον
Η αναβάθμιση στο BBB+ δεν αποτελεί πανάκεια, καθώς οι κίνδυνοι παραμένουν. Σηματοδοτεί, όμως, ότι οι αναλυτές αναγνωρίζουν τη δημοσιονομική αντοχή της χώρας και τη δυνατότητά της να απορροφά διεθνείς κραδασμούς. Σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση είναι κρίσιμη, η βελτιωμένη πιστοληπτική αξιολόγηση αποτελεί ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την πλήρη αντιστροφή της εικόνας σε σχέση με το 2009. Επιβραβεύει τη συνέπεια στην οικονομική πολιτική και τη διατήρηση της σταθερότητας. Εκτός από την ανάπτυξη και τη μείωση του χρέους στο 136% του ΑΕΠ εφέτος από 146,1% το 2025, οι οίκοι αφήνουν ανοιχτό το παράθυρο για περαιτέρω βελτίωση, εφόσον συνεχιστεί η μεταρρυθμιστική δυναμική. Ο κύκλος των αξιολογήσεων για το 2026 θα ολοκληρωθεί με τις εκθέσεις του Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και της Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
























