Για να λάβουν σύνταξη οι οφειλέτες του e-ΕΦΚΑ, πρέπει να ενταχθούν σε ειδική ρύθμιση εφόσον το χρέος τους δεν υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ για επαγγελματίες ή τις 10.000 ευρώ για αγρότες. Η διαδικασία απαιτεί άρση τραπεζικού απορρήτου, καταθέσεις έως 12.000 ευρώ και παρακράτηση του 60% της σύνταξης μέχρι τη μείωση του οφειλόμενου ποσού.
Δυσκολίες συνταξιοδότησης για οφειλέτες του e-ΕΦΚΑ με υψηλά χρέη
Περίπου 30.000 ελεύθεροι επαγγελματίες, σύμφωνα με στοιχεία που παρέχει το υπουργείο εργασίας, αλλά και συνολικά 300.000 ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες, βάσει των δεδομένων της ΕΝΥΠΕΚΚ του Αλέξη Μητρόπουλου και του δικτύου συνταξιούχων, αδυνατούν να λάβουν σύνταξη. Το κώλυμα οφείλεται στις σημαντικές οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ, οι οποίες καθιστούν απαραίτητη την πλήρη εξόφληση ή την ένταξη σε ειδική ρύθμιση για να ξεκινήσει η καταβολή της παροχής. Ειδικότερα, παρατηρείται ραγδαία αύξηση των χρεών των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών προς το ΚΕΑΟ, η οποία άγγιξε τα 640 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο. Συνολικά, οι οφειλές προς το ΚΕΑΟ και τον ΕΦΚΑ εκτοξεύτηκαν στα 52.426.469.266 ευρώ κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του ελληνικού ΑΕΠ, σε σύγκριση με τα 51.786.380.783 ευρώ που είχαν καταγραφεί στο πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η ρύθμιση που είναι σε εφαρμογή εδώ και δύο χρόνια
Η διαδικασία ρύθμισης που λειτουργεί τα τελευταία δύο χρόνια, με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη συνταξιοδότηση, παρουσιάζει ιδιαίτερα περιορισμένη ανταπόκριση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του φορέα, ο αριθμός των αιτήσεων που έχουν κατατεθεί μόλις ξεπερνά τις 7.700, ενώ από αυτές έχουν εγκριθεί μόνο οι 4.160, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ασφαλισμένοι στη διαδικασία ένταξης.
Ο θεμελιώδης όρος για την εφαρμογή του μέτρου είναι ο οφειλέτης και υποψήφιος συνταξιούχος να μην υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια χρέους από μη καταβληθείσες εισφορές. Συγκεκριμένα, το όριο ορίζεται στις 30.000 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και στις 10.000 ευρώ για τους αγρότες. Σε περίπτωση που το χρέος είναι μεγαλύτερο, ο ασφαλισμένος οφείλει να καταβάλει το επιπλέον ποσό εφάπαξ, εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της αίτησης για τη ρύθμιση.
Ακόμα και για όσους καλύπτουν το όριο χρέους, υπάρχουν επιπλέον προϋποθέσεις που δυσχεραίνουν την επιλογή της συγκεκριμένης λύσης για τη συνταξιοδότηση.
Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν τα εξής
- Άρση του τραπεζικού απορρήτου: Ο οφειλέτης πρέπει να συναινέσει στη διαδικασία, ώστε οι υπηρεσίες του φορέα να ελέγξουν τη συνολική οικονομική του κατάσταση.
- Τραπεζικές καταθέσεις έως 12.000 ευρώ: Αν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης διαθέτει μεγαλύτερα ποσά ή είναι συνδικαιούχος σε λογαριασμούς των οποίων το άθροισμα ξεπερνά αυτό το όριο, το αίτημα για ρύθμιση απορρίπτεται.
- Δόση στο 60% της καταβαλλόμενης σύνταξης Πρόκειται για δέσμευση έως ότου το χρέος μειωθεί από τις 30.000 στις 20.000 ευρώ για επαγγελματίες, ή από τις 10.000 στις 6.000 ευρώ για αγρότες, με ανώτατο όριο δέσμευσης τα 330 ευρώ.
- Εξόφληση του υπόλοιπου ποσού σε δόσεις: Μετά τη μείωση του χρέους στα προαναφερθέντα επίπεδα, το υπόλοιπο ποσό αποπληρώνεται σε έως 60 μηνιαίες δόσεις, με ελάχιστο ποσό δόσης τα 50 ευρώ.
- Ηλικιακό όριο: Απαιτείται η συμπλήρωση του 67ου έτους ηλικίας, ή του 62ου έτους με 40 χρόνια προϋπηρεσίας, ή εναλλακτικά η κάλυψη τουλάχιστον 20 ετών ασφάλισης, δηλαδή 6.000 ενσήμων.
Ωστόσο ακόμα και εκείνοι που καταβάλλουν εισφορές επιλέγουν τις χαμηλότερες κατηγορίες
Πολλοί ασφαλισμένοι συνεχίζουν να επιλέγουν τις χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, με περισσότερους από 800.000 να καταβάλλουν εισφορές στα δύο πρώτα κλιμάκια. Αυτή η επιλογή επηρεάζει καθοριστικά το ανταποδοτικό σκέλος της μελλοντικής τους σύνταξης. Οι ασφαλισμένοι ωθούνται σε αυτή την πρακτική λόγω των περιορισμένων οικονομικών τους δυνατοτήτων, αλλά και εξαιτίας της δυσπιστίας που έχει καλλιεργηθεί προς το ασφαλιστικό σύστημα μετά τις περικοπές που υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Μεγαλύτερες προσδοκίες για υψηλότερη σύνταξη μπορούν να έχουν οι μη μισθωτοί, όπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι, μόνο εφόσον καταβάλλουν μεγαλύτερες μηνιαίες εισφορές. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η επιλογή χαμηλών εισφορών οδηγεί νομοτελειακά σε σημαντικά χαμηλές συνταξιοδοτικές παροχές. Πολλοί ασφαλισμένοι διαπιστώνουν το πρόβλημα αυτό πολύ αργά, επιλέγοντας τη χαμηλή κατηγορία για πολλά έτη και επιχειρώντας να ανέβουν κλίμακα μόνο όταν πλησιάζουν στην ηλικία συνταξιοδότησης.
Η αλλαγή ασφαλιστικής κατηγορίας λίγο πριν τη σύνταξη δεν επηρεάζει σημαντικά το ύψος της παροχής, καθώς θετικά αποτελέσματα αναμένονται μόνο αν ο ασφαλισμένος διανύσει τουλάχιστον 15 έτη στις υψηλότερες κατηγορίες. Με τα τρέχοντα δεδομένα, ένας ασφαλισμένος που επιλέγει την πρώτη κατηγορία για τα περισσότερα από τα 40 έτη ασφάλισής του, δεν θα λάβει σύνταξη που να υπερβαίνει τα 860 ευρώ. Αντίθετα, η επιλογή της τρίτης και της τέταρτης ασφαλιστικής κατηγορίας αποτελεί μια προτιμότερη λύση για όσους στοχεύουν σε σύνταξη άνω των 1.100 ευρώ.























