Οι εργοδοτικές οργανώσεις και τα επιστημονικά ινστιτούτα επιμένουν: η μείωση στις ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών πρέπει να συνοδεύει κάθε νέα αύξηση κατώτατου μισθού από Απρίλιο 2026, καθώς η λεγόμενη φορολογική σφήνα στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες στην ΕΕ και τον ΟΟΣΑ. Το μη μισθολογικό κόστος εργασίας επιβαρύνει υπέρμετρα τις επιχειρήσεις, χωρίς να μεταφράζεται σε αντίστοιχα υψηλότερες καθαρές αποδοχές μισθωτών.
Το πρόβλημα: ακριβή εργασία, χαμηλός καθαρός μισθός
Χαρακτηριστικό παράδειγμα δίνει η ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ: ο σημερινός κατώτατος μισθός των 880 ευρώ κοστίζει στην επιχείρηση — κυρίως λόγω εισφορών — 1.250,4 ευρώ τον μήνα και 15.004,8 ευρώ ετησίως, ενώ ο εργαζόμενος τελικά εισπράττει καθαρά μόλις 867,9 ευρώ μηνιαίως και 10.414,8 ευρώ ετησίως. Η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτά τα δύο νούμερα συμπυκνώνει το ζήτημα που θέτουν οι εργοδοτικοί φορείς.
Σύμφωνα με κυβερνητικές εξαγγελίες, περαιτέρω μείωση εισφορών κατά 0,50%-0,60% έχει προγραμματιστεί για το 2027, αν και δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί νωρίτερα, οδηγώντας σε συνολική μείωση έξι ποσοστιαίων μονάδων.
Τι ζητά η ΕΣΕΕ
Η ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ, εκπροσωπώντας τον κλάδο του εμπορίου, τονίζει ότι οποιαδήποτε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να συνδεθεί με ισόποση μείωση του μη μισθολογικού κόστους, προκειμένου να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, ζητά κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρων και αποσύνδεση του κατώτατου μισθού από την τεκμαρτή φορολόγηση.
Η ίδια οργάνωση παραδέχεται ότι υψηλότεροι μισθοί ενισχύουν την καταναλωτική δαπάνη — κάτι κρίσιμο για το εμπόριο — αλλά εφιστά την προσοχή στον αλυσιδωτό αντίκτυπο που μπορεί να έχει η αύξηση του κατώτατου στους υψηλότερους μισθούς, με κίνδυνο ενός ατέρμονου σπιράλ αυξήσεων μισθών-τιμών. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 1% συνεπάγεται αύξηση του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα κατά περίπου 0,5%.
Η θέση ΓΣΕΒΕΕ: ο κίνδυνος της τεκμαρτής φορολόγησης
Το επιστημονικό ινστιτούτο της ΓΣΕΒΕΕ αναδεικνύει ένα επιπλέον στρεβλό αποτέλεσμα: το 56% των ατομικών επιχειρήσεων φορολογείται με βάση τεκμαρτό και όχι πραγματικό εισόδημα. Έτσι, οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού το 2024 και το 2025 οδήγησαν αυτόματα σε αύξηση του τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος — και άρα σε μεγαλύτερες φορολογικές υποχρεώσεις — για εκείνες τις επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό, η αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει κατ’ ανάγκη να συνεξετάζεται με την αναθεώρηση της τεκμαρτής φορολόγησης.
Τι δείχνει ο ΙΟΒΕ: αριθμοί και σενάρια
Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) παρουσιάζει ολοκληρωμένη ανάλυση της περιόδου 2019-2026. Ο ονομαστικός κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 41,6%, ενώ η μείωση των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών ανήλθε συνολικά σε 5,4 ποσοστιαίες μονάδες. Παρά αυτές τις μειώσεις, το άθροισμα εισφορών εργαζομένου και εργοδότη στην Ελλάδα έφτασε το 2024 το 36,2% — το δέκατο υψηλότερο στην ΕΕ — και υπερβαίνει κατά 10,4 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο των αναπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ.
Ο ΙΟΒΕ επεξεργάζεται εναλλακτικά σενάρια πολιτικής. Αν ο κατώτατος μισθός αυξηθεί κατά 4% και ταυτόχρονα μειωθούν οι εισφορές που επιβαρύνουν την επιχείρηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, η καθαρή αύξηση για τον εργαζόμενο θα φτάσει το 6,1%.
ΚΕΠΕ: περιθώριο αύξησης 3,5%-5%
Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο αύξησης του κατώτατου μισθού μεταξύ 3,5% και 5%. Παρατηρεί επίσης ότι η αύξηση του 2025 επηρέασε τα επίπεδα μισθών κυρίως έως τα 1.037 ευρώ. Για μισθούς από 1.037 έως 1.630 ευρώ, οι μεταβολές ήταν θετικές αλλά στατιστικά μη σημαντικές. Η αύξηση του κατώτατου, δηλαδή, ώθησε προς τα πάνω τα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια έως το 6ο δεκατημόριο, με περιορισμένο αντίκτυπο από εκεί και πάνω.
ΣΒΕ και ανταγωνιστικότητα: η Ελλάδα στην 22η θέση
Το Ινστιτούτο Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) συντάσσεται με αύξηση περίπου 4%, με την επιφύλαξη ότι αυτή πρέπει να μην υπερβαίνει τις αντοχές των επιχειρήσεων, ώστε να μην επιδεινωθεί η ανεργία. Επισημαίνει παράλληλα ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 22η θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ σε όρους ανταγωνιστικότητας, ξεπερνώντας μόνο Πολωνία, Κροατία, Βουλγαρία και Σλοβακία.
Ο κατώτατος μισθός στην Ευρώπη: πού βρίσκεται η Ελλάδα
Από τα μέσα του 2024 έως τα μέσα του 2025, πέντε χώρες της ΕΕ αύξησαν τον κατώτατο μισθό σε διψήφιο ποσοστό, με πρώτη τη Βουλγαρία (έως 15,5%). Άλλες 16 χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, προχώρησαν σε μικρότερη αύξηση — 6,1% για τη χώρα μας.
Στην κορυφή της κατάταξης παραμένουν έξι χώρες με μηνιαίο κατώτατο μισθό άνω των 1.800 ευρώ: Λουξεμβούργο, Ιρλανδία, Ολλανδία, Γερμανία, Βέλγιο και Γαλλία. Η Ελλάδα, με κατώτατο μισθό 1.027 ευρώ (υπολογιζόμενων 14 μισθών ετησίως), εντάσσεται στην ομάδα επτά χωρών με κατώτατο μεταξύ 961 και 1.100 ευρώ, κατέχοντας την 11η υψηλότερη θέση ανάμεσα στις 22 χώρες της ΕΕ με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό.
Πηγή: newmoney.gr




























