Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υλοποιεί το Electrification Action Plan, στοχεύοντας στον διπλασιασμό της ηλεκτροδότησης έως το 2040. Μέσω της Industrial Decarbonisation Bank, επενδύονται 100 δισ. ευρώ για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, ενώ η Ελλάδα ηγείται συμμαχίας δέκα κρατών για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας και της ενεργειακής ασφάλειας κατά τη μετάβαση σε ένα καθαρότερο μοντέλο.
Ευρώπη αλλαγή ενεργειακού μοντέλου με έμφαση στον ηλεκτρισμό
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί ένα ριζικό μετασχηματισμό του ενεργειακού συστήματος της ηπείρου, επενδύοντας 100 δισ. ευρώ για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και τον μαζικό εξηλεκτρισμό. Το σχέδιο στοχεύει στη μείωση των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων κατά 260 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040, με την Ελλάδα να πρωτοστατεί σε συμμαχία δέκα κρατών.
Το σχέδιο για την ηλεκτροδοτούμενη ήπειρο
Με ένα ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να αναδιαμορφώσει το ενεργειακό μοντέλο της Ευρώπης, συνδυάζοντας τεράστιες επενδύσεις με ένα φιλόδοξο όραμα για την οικονομία. Στόχος είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί η πρώτη πλήρως ηλεκτροδοτούμενη ήπειρος παγκοσμίως, περιορίζοντας δραστικά την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, προωθείται η σημαντικότερη αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών από την έναρξη λειτουργίας του, μετατρέποντάς το σε εργαλείο χρηματοδότησης της βιομηχανικής μετάβασης.
Το νέο Electrification Action Plan προβλέπει τον διπλασιασμό της ηλεκτροδότησης στην τελική κατανάλωση ενέργειας, ανεβάζοντας το ποσοστό από το 23% στο 46% έως το 2040. Η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτή η στρατηγική επιλογή θα μειώσει τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά περίπου 260 δισ. ευρώ ετησίως, θωρακίζοντας την Ευρώπη έναντι των ασταθών διεθνών αγορών και των κρίσιμων γεωπολιτικών κινδύνων που ταλανίζουν την παγκόσμια ενεργειακή σκηνή.
Ο στόχος του εξηλεκτρισμού
Η πρωτοβουλία εκκινεί από τη διαπίστωση ότι, παρόλο που το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχεται από καθαρές πηγές, η διείσδυση του ηλεκτρισμού στις μεταφορές, τα κτίρια και τη βιομηχανία παραμένει στάσιμη. Το βασικό εμπόδιο παραμένει το κόστος, καθώς ο ηλεκτρισμός συχνά κοστίζει έως και τρεις φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο, ενώ οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις δικτύων αποθαρρύνουν τις νέες επενδύσεις.
Για την Κομισιόν, η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού αποτελεί πλέον ζήτημα οικονομικής ανταγωνιστικότητας και ενεργειακής ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους, όπως:
- Δυνατότητα στα κράτη-μέλη να μειώσουν τις χρεώσεις δικτύου και τη φορολογία για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών και ενεργοβόρες βιομηχανίες.
- Εξάλειψη του παραδόξου όπου ο ηλεκτρισμός επιβαρύνεται φορολογικά περισσότερο από το φυσικό αέριο.
- Επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών και αξιοποίηση ευρωπαϊκών εργαλείων για επενδύσεις σε αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά οχήματα και μπαταρίες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βιομηχανικής παραγωγής καθαρών τεχνολογιών και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η διαδικασία του εξηλεκτρισμού μπορεί να δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες νέες, ποιοτικές θέσεις εργασίας, ενισχύοντας την αλυσίδα αξίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στο επίκεντρο τα ηλεκτρικά δίκτυα
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τη σημαντική ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων. Οι πολυετείς καθυστερήσεις στις συνδέσεις νέων έργων και οι περιορισμοί των υφιστάμενων υποδομών αποτελούν σήμερα έναν από τους κυριότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και της βιομηχανικής ηλεκτροδότησης. Για τον λόγο αυτό, ζητείται η άμεση υιοθέτηση του ευρωπαϊκού πακέτου μέτρων για τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας.
Η επιτάχυνση των συνδέσεων και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υπαρχουσών υποδομών θεωρούνται κρίσιμες προϋποθέσεις για την επίτευξη των στόχων. Η αναβάθμιση αυτή θα επιτρέψει την απρόσκοπτη ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο σύστημα, διασφαλίζοντας παράλληλα την ομαλή ροή ισχύος προς τους καταναλωτές και τις βιομηχανικές μονάδες που μεταβαίνουν σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Νέα φιλοσοφία για το ETS
Η Κομισιόν προχωρά στη σημαντικότερη αναθεώρηση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών από το 2005. Αν και ο βασικός στόχος παραμένει η μείωση των εκπομπών, η νέα πρόταση μεταφέρει το κέντρο βάρους στις επενδύσεις και στη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η δημιουργία της Industrial Decarbonisation Bank, μέσω της οποίας θα κινητοποιηθούν περίπου 100 δισ. ευρώ. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% των εσόδων από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών σε έργα που μειώνουν τις εκπομπές στους τομείς που υπάγονται στο σύστημα, διασφαλίζοντας ότι οι πόροι επιστρέφουν στη βιομηχανία.
Μεγαλύτερη ευελιξία και στήριξη της βιομηχανίας
Η Επιτροπή επιχειρεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις μέσα από μια σειρά στοχευμένων ρυθμίσεων. Προβλέπεται πιο ήπια πορεία μείωσης των διαθέσιμων δικαιωμάτων μετά το 2030, ενώ διατηρούνται οι δωρεάν κατανομές για τη βιομηχανία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Για τους κλάδους που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, η πλήρης κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων παρατείνεται έως το 2038, συνοδευόμενη από πρόσθετη ενίσχυση 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030.
Επιπλέον, η αναθεώρηση περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:
- Δυνατότητα χρήσης έως 2% διεθνών πιστώσεων άνθρακα κατά την περίοδο 2036-2040.
- Ενσωμάτωση των μόνιμων αφαιρέσεων άνθρακα στο σύστημα εμπορίας για πρώτη φορά.
- Μεταρρύθμιση του Μηχανισμού Σταθερότητας της Αγοράς για τον περιορισμό της μεταβλητότητας των τιμών και επέκταση του συστήματος στην αποτέφρωση αποβλήτων, την αεροπορία και τη ναυτιλία.
Η συμμαχία της Αθήνας στο μέτωπο της αναθεώρησης
Στη διαδικασία αναθεώρησης του συστήματος, η Ελλάδα επιχειρεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο συγκροτώντας κοινό μέτωπο με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία. Η πρωτοβουλία των δέκα κρατών-μελών δεν αμφισβητεί τον ρόλο του συστήματος, αλλά υποστηρίζει ότι πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες, χωρίς να υπονομεύει τη βιομηχανική παραγωγή, την ενεργειακή ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή.
Οι χώρες αυτές είχαν συνεργαστεί επιτυχώς το φθινόπωρο του 2025, πετυχαίνοντας την αναβολή της εφαρμογής του ETS2, μια εξέλιξη κρίσιμη για την προσαρμογή των κρατών. Η ελληνική πλευρά τονίζει ότι η αναθεώρηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες, όπως τη νησιωτικότητα, τη στρατηγική σημασία της ναυτιλίας, την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και την ανάγκη διατήρησης μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης.
Στο επίκεντρο των ελληνικών προτάσεων βρίσκονται επτά βασικές προτεραιότητες:
- Μια πιο ρεαλιστική πορεία μείωσης των εκπομπών που θα παρέχει επαρκή χρόνο προσαρμογής στη βιομηχανία.
- Διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω αποτελεσματικών μηχανισμών προστασίας έως ότου αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα.
- Κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή των μέτρων με προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών, σταθερότητα στις τιμές των δικαιωμάτων άνθρακα και ειδική πρόνοια για τη ναυτιλία, τους λιμένες, τις αερομεταφορές και τον τουρισμό.
Το βασικό μήνυμα της Αθήνας είναι ότι η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Η ελληνική θέση υποστηρίζει ότι οι στόχοι αυτοί είναι αλληλοσυμπληρούμενοι και οφείλουν να αποτελέσουν τη βάση για το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών, προστατεύοντας την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή των κρατών-μελών.























