Η κλιματική αλλαγή πλήττει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, καθώς η πτώση της στάθμης των ποταμών εμποδίζει την ψύξη των αντιδραστήρων. Χώρες όπως η Ρουμανία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να περιορίσουν την πυρηνική παραγωγή, στρεφόμενες προσωρινά στον λιγνίτη για να καλύψουν τα κενά, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις της πράσινης μετάβασης σε ακραίες συνθήκες.
Επιστροφή στην εποχή του λιγνίτη για την Ευρώπη – Λειψυδρία και καύσωνες βάζουν λουκέτο σε πυρηνικά εργοστάσια
Την ώρα που η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην απανθρακοποίηση και στη σταδιακή εγκατάλειψη του άνθρακα, τα ακραία κύματα καύσωνα και η ιστορική ξηρασία που πλήττουν τη φετινή καλοκαιρινή περίοδο αναγκάζουν πολλές χώρες να επαναφέρουν στο προσκήνιο μονάδες λιγνίτη και άνθρακα. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε καθώς οι πυρηνικοί σταθμοί της ηπείρου περιορίζουν δραστικά ή διακόπτουν πλήρως την παραγωγή τους. Ο ασυνήθιστα ζεστός και ξηρός καιρός έχει περιορίσει την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, δεδομένου ότι οι ποταμοί καθίστανται υπερβολικά θερμοί ή η στάθμη των υδάτων τους υποχωρεί τόσο δραματικά, ώστε να μην καθίσταται δυνατή η άντληση επαρκούς ποσότητας νερού για την ψύξη των αντιδραστήρων. Παράλληλα, υφίστανται αυστηροί περιβαλλοντικοί κανονισμοί που περιορίζουν την απόρριψη θερμού νερού πίσω στους ποταμούς, με πρωταρχικό στόχο την προστασία της ευαίσθητης υδρόβιας πανίδας.
Τα προβλήματα στη Γαλλία
Στη Γαλλία, όπου η πυρηνική ενέργεια αποτελεί παραδοσιακά τη ραχοκοκαλιά του ηλεκτρικού συστήματος της Δυτικής Ευρώπης, με τη χώρα να εξάγει συστηματικά ηλεκτρική ενέργεια προς τα γειτονικά κράτη, αρκετοί αντιδραστήρες έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας ή έχουν μειώσει την παραγόμενη ισχύ τους.
Στις 13 Αυγούστου, τα δεδομένα έδειχναν ότι:
- Έξι αντιδραστήρες ήταν εκτός λειτουργίας.
- Δύο αντιδραστήρες λειτουργούσαν με μειωμένη ισχύ.
Η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων και η πτώση της στάθμης των ποταμών δυσκόλευαν την τήρηση των περιβαλλοντικών ορίων, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας δεδομένων ICIS. Το φαινόμενο έχει λάβει τέτοια έκταση ώστε η EDF αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα διαθεσιμότητας της γαλλικής πυρηνικής παραγωγής των τελευταίων ετών. Παρά τις απώλειες, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας και να πραγματοποιεί εξαγωγές, καθώς η ζήτηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παραμένει σχετικά χαμηλή. Ωστόσο, το επεισόδιο αναδεικνύει μια μακροπρόθεσμη αδυναμία ενός συστήματος που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πυρηνική ενέργεια και ταυτόχρονα εξαρτάται απόλυτα από την επάρκεια νερού.
Οι παράκτιες πυρηνικές εγκαταστάσεις στη Γαλλία αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα που προκαλείται από τη ζέστη και γίνεται ολοένα συχνότερο: Τα σμήνη μεδουσών. Οι πληθυσμοί τους αυξάνονται απότομα όταν ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες και τα θαλάσσια αυτά πλάσματα μπορούν να εισέλθουν στα συστήματα ψύξης, καθώς οι πυρηνικοί σταθμοί αντλούν θαλασσινό νερό. Μια μεγάλη εισροή μεδουσών ανάγκασε την EDF να θέσει εκτός λειτουργίας αντιδραστήρες στον σταθμό της Gravelines, στη βόρεια Γαλλία, θέτοντας εκτός λειτουργίας περίπου το 5% της συνολικής πυρηνικής ισχύος της χώρας.
Ο Δούναβης στερεύει και «σβήνει» πυρηνικούς αντιδραστήρες
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η ιστορικά χαμηλή στάθμη των υδάτων του Δούναβη, ενός από τους σημαντικότερους ποταμούς της ηπείρου, έχει πλήξει τη ναυσιπλοΐα, τη γεωργία και τη βιομηχανία, ενώ χτυπά καίρια και την ηλεκτροπαραγωγή. Στη Ρουμανία, ο πυρηνικός σταθμός της Cernavodă, ο μοναδικός πυρηνικός σταθμός της χώρας, τέθηκε τελικά ολόκληρος εκτός λειτουργίας. Ο πρώτος από τους δύο αντιδραστήρες είχε σταματήσει στα τέλη Ιουλίου και στις 13 Αυγούστου ακολούθησε ο δεύτερος, καθώς η στάθμη του Δούναβη υποχώρησε κάτω από τα απαιτούμενα επίπεδα για την ψύξη. Οι δύο μονάδες, συνολικής ισχύος 1.412 MW, καλύπτουν κανονικά περίπου το 20% της ηλεκτροπαραγωγής της Ρουμανίας.
Οι αρχές επιχείρησαν να αποτρέψουν το κλείσιμο με πρωτοφανή μέτρα, όπως:
- Εκβάθυνση της κοίτης του ποταμού.
- Ανατίναξη βραχώδους σχηματισμού σε παρακλάδι του Δούναβη ώστε να διοχετευθεί περισσότερο νερό προς την περιοχή του σταθμού.
Οι παρεμβάσεις όμως αυτές απλώς καθυστέρησαν το αναπόφευκτο. Το αποτέλεσμα ήταν να κηρυχθεί ενεργειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον Αύγουστο και να ζητηθεί από νοικοκυριά και επιχειρήσεις να περιορίσουν την κατανάλωση, κυρίως τις βραδινές ώρες, όταν η παραγωγή ηλιακής ενέργειας μηδενίζεται αλλά η ζήτηση για κλιματισμό παραμένει υψηλή. Στην Ουγγαρία, τρεις από τους τέσσερις αντιδραστήρες του πυρηνικού σταθμού Paks τέθηκαν εκτός λειτουργίας από τα τέλη Ιουλίου έως τις αρχές Αυγούστου. Ο Paks είναι ο μοναδικός πυρηνικός σταθμός της χώρας και, όταν λειτουργεί με πλήρη ισχύ, καλύπτει περίπου το 40% των αναγκών της Ουγγαρίας σε ηλεκτρική ενέργεια.
Από την πυρηνική ενέργεια πίσω στον άνθρακα;
Η Ρουμανία ενεργοποίησε μονάδα λιγνίτη ισχύος 330 MW για να καλύψει μέρος του κενού που άφησε η πυρηνική παραγωγή. Παράλληλα, αυξάνει όσο μπορεί την παραγωγή από αιολικά και υδροηλεκτρικά έργα, ενώ προχωρά σε εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τις γειτονικές αγορές. Μπροστά σε αυτό το δίλημμα βρίσκεται και η Ουγγαρία. Η ειρωνεία είναι προφανής: Η Ευρώπη επένδυσε επί δεκαετίες στην πυρηνική ενέργεια ως σταθερή πηγή ηλεκτρισμού χωρίς εκπομπές άνθρακα, αλλά η κλιματική αλλαγή δημιουργεί πλέον συνθήκες υπό τις οποίες η ίδια η λειτουργία ορισμένων πυρηνικών μονάδων γίνεται δυσκολότερη. Ο λιγνίτης και ο άνθρακας αποτελούν τις πιο ανεπιθύμητες πηγές ηλεκτροπαραγωγής στην ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση. Όταν όμως μια μεγάλη πυρηνική μονάδα σταματά ξαφνικά και οι ανανεώσιμες πηγές δεν μπορούν να καλύψουν άμεσα το κενό, οι κυβερνήσεις στρέφονται στις διαθέσιμες εφεδρείες.
Η Ρουμανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί για την απόσυρση μονάδων άνθρακα, όμως η απώλεια της πυρηνικής παραγωγής την ανάγκασε να ενεργοποιήσει λιγνιτική μονάδα. Παράλληλα, η χώρα έχει ζητήσει καθυστερήσεις στην απόσυρση ορισμένων μονάδων άνθρακα, καθώς η μετάβαση προς νέες μονάδες φυσικού αερίου και άλλες μορφές ισχύος δεν εξελίσσεται με την ταχύτητα που απαιτεί η ασφάλεια του συστήματος.
Και άλλες χώρες, όπως:
- Πολωνία
- Τσεχία
- Ρουμανία
- Βουλγαρία
συνεχίζουν να βασίζονται σε σημαντικό βαθμό στον λιγνίτη, προσαρμόζοντας τα χρονοδιαγράμματα απολιγνιτοποίησης ανάλογα με τις κρίσεις τιμών και επάρκειας. Ακόμη και στη Γερμανία, τον έκτο μεγαλύτερο ρυπαντή παγκοσμίως, όπου η ενεργειακή μετάβαση έχει συνδεθεί με την ταχεία εγκατάλειψη του άνθρακα, επανέρχεται η συζήτηση για το εάν ορισμένες λιγνιτικές μονάδες θα πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες για μεγαλύτερο διάστημα ως εφεδρεία. Αντίστοιχες κινήσεις έχουν γίνει ήδη από τον Ιούνιο, εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, από τις κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Ολλανδίας, οι οποίες έδωσαν ώθηση στην παραγωγή λιγνίτη ως απάντηση στην περικοπή των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου. Τα μέτρα ήρθαν αφότου η Μόσχα μείωσε τις παραδόσεις στον κύριο σύνδεσμο φυσικού αερίου με την Ευρώπη. Ακόμη και η Ιταλία έθεσε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύση λιγνίτη και άνθρακα σε ετοιμότητα έκτακτης ανάγκης. Η χώρα παραμένει από τις πιο εξαρτημένες οικονομίες της Ευρώπης από το φυσικό αέριο, καθώς αυτό καλύπτει περίπου το 40% του συνολικού ενεργειακού της εφοδιασμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση αποφάσισε να μεταθέσει έως το 2038 το πλήρες κλείσιμο των μονάδων άνθρακα.
Πολιτικό ζήτημα
Το πρόβλημα είναι ότι οι ακραίες συνθήκες δεν αποτελούν πλέον ένα σπάνιο ενδεχόμενο. Η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα από άλλες περιοχές του πλανήτη και οι φετινές συνθήκες δείχνουν ότι οι σχεδιασμοί των ενεργειακών συστημάτων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη πολύ συχνότερα επεισόδια ακραίας ζέστης και λειψυδρίας. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη θα επιστρέψει οριστικά στην εποχή του λιγνίτη. Είναι αν θα μπορέσει να αποφύγει να τον χρειάζεται κάθε φορά που ένα κύμα καύσωνα στερεύει τα ποτάμια και βγάζει από το σύστημα πυρηνικούς αντιδραστήρες. Η απάντηση θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα προσαρμοστούν οι πυρηνικές υποδομές, τα δίκτυα, τα αποθηκευτικά συστήματα ενέργειας και οι ανανεώσιμες πηγές σε ένα κλίμα όπου η έλλειψη νερού εξελίσσεται πλέον σε παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας. Γιατί το παράδοξο του 2026 είναι ακριβώς αυτό, πως η Ευρώπη προσπαθεί να απαλλαγεί από τον άνθρακα, την ώρα που η κλιματική αλλαγή την αναγκάζει προσωρινά να ξανακοιτάξει προς τον λιγνίτη. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρόκειται για γενικευμένη «επιστροφή στον λιγνίτη». Πρόκειται περισσότερο για επιστροφή στο λιγνίτη υπό τη μορφή έκτακτης εφεδρείας, όταν οι υπόλοιπες τεχνολογίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Όμως ακόμη και αυτή η περιορισμένη επιστροφή έχει πολιτική σημασία, γιατί δείχνει πόσο δύσκολο είναι να συνδυαστούν ταυτόχρονα η απανθρακοποίηση, η ενεργειακή ασφάλεια και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.























