Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές, με τις τιμές των καυσίμων να καταγράφουν ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η Γαλλία προχωρά σε επιδοτήσεις για τον περιορισμό των επιπτώσεων, ενώ τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τη ραγδαία αύξηση του κόστους μετακίνησης, η οποία επηρεάζει άμεσα τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ακρίβεια στα καύσιμα και ελλείψεις στα πρατήρια της Ευρώπης
Η ενεργειακή κρίση πλήττει σφόδρα την Ευρωπαϊκή Ένωση
Οι συνεχιζόμενες πολεμικές συρράξεις σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία προκαλούν έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις σε οδηγούς, επιχειρήσεις και εθνικές διοικήσεις. Στη Γαλλία, το ντίζελ αγγίζει ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ παρατηρούνται δυσκολίες στον εφοδιασμό. Οι αρμόδιες γαλλικές αρχές αποδίδουν τα τοπικά προβλήματα στην αυξημένη ζήτηση στα οικονομικότερα πρατήρια. Την Κυριακή, η μέση τιμή διαμορφώθηκε στο επίπεδο των 2,41 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το 14% των σημείων πώλησης ανέφερε έλλειψη σε τουλάχιστον έναν τύπο καυσίμου. Είναι ενδεικτικό πως η συνολική κατανάλωση υγρών καυσίμων στη χώρα υποχώρησε κατά 30% το τελευταίο δεκαήμερο συγκριτικά με το προηγούμενο διάστημα.
Με σκοπό τον μετριασμό των επιπτώσεων, η γαλλική κυβέρνηση δεσμεύτηκε χθες να διαθέσει 450 εκατ. ευρώ για την παράταση των ενεργειακών επιδοτήσεων έως το τέλος του έτους. Τα μέτρα αυτά ενσωματώνουν ενίσχυση 15 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης για τις αγροτικές εργασίες, ενώ για τα φορτηγά των κατασκευαστικών ομίλων προβλέπεται στήριξη 20 λεπτών ανά λίτρο. Επιπροσθέτως, διπλασιάζεται η επιδότηση για εργαζόμενους με περιορισμένα εισοδήματα που χρησιμοποιούν το όχημά τους για εργασιακούς λόγους. Η ενίσχυση αναπροσαρμόζεται από τα 20 στα 40 λεπτά ανά λίτρο, καλύπτοντας επαγγελματίες όπως οι νοσηλευτές που διενεργούν κατ’ οίκον επισκέψεις.
Διαφοροποιήσεις στις τιμές καυσίμων εντός της ευρωπαϊκής αγοράς
Οι αποκλίσεις στις τιμές που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ανάλογα με τη χώρα διαμονής τους, πηγάζουν κυρίως από τις ανομοιογενείς πολιτικές φορολογίας και κρατικών επιδοτήσεων που εφαρμόζονται τοπικά.
Ο Ζιλιέν Ματονιέρ, αναλυτής της Energy Intelligence, τονίζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι η Ευρώπη επιβάλλει αυστηρή φορολογία στα καύσιμα, με το ελάχιστο όριο ανά λίτρο να ορίζεται στα 33 λεπτά για το ντίζελ και στα 35,9 λεπτά για την αμόλυβδη. Σε αυτά προστίθεται ο ΦΠΑ, ο οποίος ανέρχεται σε τουλάχιστον 15% στην ΕΕ, φτάνοντας το 20% στη Γαλλία. Όπως εξήγησε ο Ματονιέρ στο AFP, κάθε κράτος-μέλος έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει πρόσθετους φόρους πάνω από τα ελάχιστα όρια, προκαλώντας σημαντικές διαφορές στην τελική τιμή αντλίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ντίζελ κόστιζε 2,50 ευρώ στη Δανία και τη Φινλανδία, 2,29 ευρώ στη Γαλλία και 1,83 ευρώ στην Ισπανία. Συνολικά, οι φόροι αποτελούν συχνά πάνω από τα δύο τρίτα της τελικής αξίας των καυσίμων στην Ευρώπη.
Αύξηση 23,8% στις τιμές καυσίμων τον Αύγουστο στην ΕΕ
Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε χθες η Eurostat για τον Αύγουστο αποτυπώνουν με ακρίβεια την παρούσα κατάσταση. Οι τιμές καυσίμων και λιπαντικών για ιδιωτική χρήση στην ΕΕ ενισχύθηκαν κατά 23,8% σε ετήσια βάση, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία από το 13,7% του Ιουνίου και το 16,9% του Ιουλίου. Σημειώνεται πως η Ελλάδα συγκαταλέχθηκε στην πεντάδα των κρατών με τις ηπιότερες ανατιμήσεις, πίσω από την Ουγγαρία, τη Σουηδία, την Ιρλανδία και την Εστονία.

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επιβάρυνση στο ντίζελ. Σε επίπεδο ΕΕ, οι τιμές του αυξήθηκαν τον Αύγουστο κατά 8,3% σε σχέση με τον Ιούλιο, ενώ η βενζίνη ανατιμήθηκε κατά 3,3%. Τον Ιούλιο, σε σύγκριση με τον Ιούνιο, οι αυξήσεις ήταν 4,3% για το ντίζελ και 4,7% για τη βενζίνη.

Η εκτίναξη του ντίζελ κοστίζει στους Ευρωπαίους οδηγούς επιπλέον 203 εκατ. την ημέρα
Λόγω της εκρηκτικής ανόδου της τιμής του ντίζελ, νέα ανάλυση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Transport & Environment (T&E), που βασίστηκε σε στοιχεία της Κομισιόν, δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι οδηγοί πληρώνουν περίπου 30 ευρώ περισσότερα κάθε φορά που γεμίζουν το ρεζερβουάρ τους με ντίζελ.
Η ανάλυση των στοιχείων της Κομισιόν, δείχνει ότι οι οδηγοί πληρώνουν πλέον 40% περισσότερο σε σχέση με τις αρχές του έτους, επιβαρυνόμενοι κατά περίπου 30 ευρώ για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων. Συγκριτικά, οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 28% μέσα στο 2026.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πρόσθετη επιβάρυνση από το ντίζελ υπολογίζεται σε 203 εκατ. ευρώ ημερησίως από την έναρξη της σύγκρουσης. Η εκτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνει τις μειώσεις φόρων στα καύσιμα, οι οποίες, σύμφωνα με την οργάνωση, θα πρέπει τελικά να καλυφθούν είτε μέσω άλλων φορολογικών μέτρων είτε με πρόσθετο δανεισμό.
Γιατί η Ευρώπη είναι περισσότερο εκτεθειμένη
Το ντίζελ αντιπροσωπεύει πάνω από το 40% της κατανάλωσης πετρελαϊκών προϊόντων στην ευρωπαϊκή οικονομία, ποσοστό υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή και περίπου διπλάσιο από εκείνο των ΗΠΑ. Αυτό καθιστά την Ευρώπη ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών.
«Όσο οι οδικές μεταφορές μας βασίζονται στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, εξαρτόμαστε από ένα εξαιρετικά ευμετάβλητο εμπόρευμα πάνω στο οποίο δεν έχουμε κανέναν έλεγχο. Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να μας καταστήσει πιο ανθεκτικούς σε περιόδους κρίσης», δήλωσε η Ζιλιέτ Εγκάλ, επικεφαλής αναλύτρια δεδομένων της T&E.
Η ΕΕ έχει θέσει στόχο να διπλασιάσει έως το 2040 το ποσοστό εξηλεκτρισμού της οικονομίας, ώστε να φθάσει στο 46% της ενεργειακής ζήτησης. Η ενίσχυση του εξηλεκτρισμού θα μπορούσε να μειώσει τον παγκόσμιο λογαριασμό για εισαγωγές ενέργειας κατά περισσότερα από 400 δισ. δολάρια, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Η Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έχουν κοστίσει στην Ευρώπη επιπλέον 90 δισ. ευρώ από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, «χωρίς να προστεθεί ούτε ένα μόριο ενέργειας».
Η κληρονομιά της «εποχής του ντίζελ»
Όπως υπενθυμίζουν οι Financial Times, η μεγάλη έκθεση της Ευρώπης στις τιμές του ντίζελ αποτελεί σε σημαντικό βαθμό κληρονομιά των πολιτικών που εφαρμόστηκαν τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 και ενθάρρυναν τη χρήση του. Η υψηλότερη αποδοτικότητα των πετρελαιοκινητήρων σήμαινε τότε χαμηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και μικρότερο κόστος για τους οδηγούς σε σύγκριση με τη βενζίνη.
Η τάση αυτή άρχισε σταδιακά να αντιστρέφεται, καθώς έγιναν σαφέστερες οι επιπτώσεις της πετρελαιοκίνησης στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Καθοριστική ήταν η κρίση του Dieselgate, η οποία ανέδειξε ότι οι πραγματικές εκπομπές οξειδίων του αζώτου από πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα ήταν πολύ υψηλότερες από εκείνες που καταγράφονταν στις εργαστηριακές δοκιμές.
Παρά τη στροφή αυτή, εκατομμύρια πετρελαιοκίνητα οχήματα εξακολουθούν να κυκλοφορούν στους ευρωπαϊκούς δρόμους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της T&E, τέσσερα στα δέκα αυτοκίνητα στην Ευρώπη κινούνται με ντίζελ.
Η οργάνωση παραπέμπει επίσης σε βραχυπρόθεσμα μέτρα που έχει προτείνει ο IEA για τον περιορισμό της ζήτησης ντίζελ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μείωση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους κατά 10 χλμ./ώρα και η ενθάρρυνση της τηλεργασίας όπου αυτή είναι εφικτή.
Παράλληλα, καλεί τις Βρυξέλλες να επιμείνουν στον στόχο της σταδιακής κατάργησης των κινητήρων εσωτερικής καύσης, παρά τις πιέσεις που ασκεί η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις.
Πηγή: newmoney.gr
























