Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα ελληνικά νοικοκυριά κατανάλωσαν 103,3 ευρώ για κάθε 100 ευρώ εισοδήματος το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αυτό το έλλειμμα καλύφθηκε από αποταμιεύσεις και δανεισμό, ενώ η Eurostat επισημαίνει ότι η Ελλάδα παρουσιάζει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση αποταμίευσης στην Ευρώπη, υπογραμμίζοντας τις πιέσεις που δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα από τον πληθωρισμό.
Ελληνικά νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερα από το εισόδημά τους
Τα ελληνικά νοικοκυριά παρουσιάζουν μια ιδιάζουσα εικόνα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, οι δαπάνες τους ανήλθαν στα 103,3 ευρώ. Παρά το γεγονός ότι το εισόδημα διαμορφώθηκε στα 39,13 δισ. ευρώ, η καταναλωτική δαπάνη άγγιξε τα 40,4 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα έλλειμμα 1,3 δισ. ευρώ που καλύφθηκε από άλλες πηγές. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν μια αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα της τάξεως του 3,2% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2025. Ωστόσο, η κατανάλωση αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό, φτάνοντας το 4,7%. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στο -3,3%, έναντι -1,8% που είχε καταγραφεί ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα.
Αυτή η τάση εγείρει ερωτήματα σχετικά με την προέλευση των κεφαλαίων που επιτρέπουν τη συνεχιζόμενη κατανάλωση πάνω από το καταγεγραμμένο εισόδημα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η κάλυψη του κενού προέρχεται από:
- Αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών.
- Τραπεζικό δανεισμό.
- Άλλες χρηματοοικονομικές πηγές.
- Εισόδημα από την παραοικονομία που δεν καταγράφεται πλήρως.
Μείωση τραπεζικών καταθέσεων νοικοκυριών
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά περίπου 1,03 δισ. ευρώ. Η πορεία των εκροών κατά το συγκεκριμένο διάστημα είχε ως εξής:
- Ιανουάριος: Εκροές 756 εκατ. ευρώ.
- Φεβρουάριος: Εισροή 74 εκατ. ευρώ.
- Μάρτιος: Μείωση 352 εκατ. ευρώ.
Παρόλο που οι εθνικοί λογαριασμοί και οι τραπεζικές καταθέσεις μετρούν διαφορετικές ροές, η χρονική σύμπτωση είναι αξιοσημείωτη. Την περίοδο που η κατανάλωση υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα κατά 1,3 δισ. ευρώ, περισσότερο από 1 δισ. ευρώ αποσύρθηκε καθαρά από τις καταθέσεις των νοικοκυριών. Η εικόνα βελτιώθηκε τους επόμενους μήνες, με τις καταθέσεις να αυξάνονται κατά 869 εκατ. ευρώ τον Απρίλιο, 340 εκατ. ευρώ τον Μάιο και 995 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο.
Η απόκλιση μεταξύ επιχειρήσεων και νοικοκυριών
Στα τέλη Ιουνίου, οι συνολικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα ανήλθαν στα 223,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η αύξηση των καταθέσεων κατά 8,575 δισ. ευρώ τον Ιούνιο δεν κατανέμεται ισόποσα. Συγκεκριμένα, 7,58 δισ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις και μόλις 995 εκατ. ευρώ από νοικοκυριά. Αυτό σημαίνει ότι το 88% της μηνιαίας αύξησης αφορούσε τον επιχειρηματικό τομέα.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο έντονη αν αναλυθεί το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου. Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 13,9 δισ. ευρώ, με το 90% αυτής της ανόδου να προέρχεται από επιχειρήσεις. Επιπλέον, τον Ιούνιο οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 23%, ενώ των νοικοκυριών σημείωσαν άνοδο μόλις 4,3%.
Σύγκριση με την Ευρωζώνη
Στην Ευρωζώνη, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών διατηρήθηκε στο 14,3% για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ στην ΕΕ αυξήθηκε στο 14,1%. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η ψαλίδα μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης διευρύνθηκε σημαντικά. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το ελληνικό ποσοστό αποταμίευσης μειώθηκε κατά 3,7% σε τριμηνιαία βάση, σημειώνοντας τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη μετά τη Ρουμανία.
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,2%. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δεν δημιουργούν νέα καθαρή αποταμίευση, αλλά καταναλώνουν υπάρχοντα κεφάλαια ή αναζητούν άλλες πηγές χρηματοδότησης.
Κατανομή πλούτου και πληθωριστικές πιέσεις
Η κατανομή των καταθέσεων παρουσιάζει σημαντικές ανισότητες. Σύμφωνα με τα Distributional Wealth Accounts της ΕΚΤ, στο τέλος του 2025, το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατείχε 84,8 δισ. ευρώ σε καταθέσεις. Συνεπώς, η συνολική αύξηση των καταθέσεων δεν αντικατοπτρίζει την οικονομική κατάσταση όλων των νοικοκυριών.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός πλήττει την αγοραστική δύναμη των αποταμιεύσεων. Οι καταθέσεις μίας ημέρας αποδίδουν 0,03%, ενώ οι προθεσμιακές καταθέσεις έως δύο έτη είχαν μέσο επιτόκιο 1,14% τον Μάιο. Την ίδια στιγμή, ο τραπεζικός δανεισμός αποτελεί μια δευτερεύουσα πηγή χρηματοδότησης, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να διαμορφώνεται στο 2,6% τον Ιούνιο. Το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό, καθώς το μέσο επιτόκιο για καταναλωτικά δάνεια ανήλθε στο 8,40% τον Μάιο.
Η επίδραση της παραοικονομίας
Ένας παράγοντας που δεν αποτυπώνεται πλήρως στις επίσημες στατιστικές είναι η παραοικονομία. Ένα μέρος του εισοδήματος που παράγεται δεν δηλώνεται και δεν εισέρχεται στο τραπεζικό σύστημα, ωστόσο εμφανίζεται κατά τη διαδικασία της κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό ενδέχεται να εξηγεί ένα τμήμα της απόκλισης μεταξύ καταγεγραμμένου εισοδήματος και δαπανών.
Ωστόσο, δεν υφίσταται στατιστική βάση για να ποσοτικοποιηθεί η συνεισφορά του μαύρου χρήματος στα 1,3 δισ. ευρώ της διαφοράς του πρώτου τριμήνου. Είναι αυθαίρετο να αποδοθεί συγκεκριμένο τμήμα του ελλείμματος στην παραοικονομία. Συνοπτικά, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2%, η κατανάλωση κατά 4,7%, ενώ η αποταμίευση υποχώρησε στο -3,3%.
Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης ρευστότητας στις τράπεζες, αλλά δυσκολία στη δημιουργία νέων αποταμιεύσεων από τα νοικοκυριά. Η τάση αυτή, όπου η κατανάλωση υπερβαίνει συστηματικά το εισόδημα, αποτελεί την κύρια πρόκληση για την οικονομική σταθερότητα των ελληνικών οικογενειών στο τρέχον περιβάλλον του αυξημένου κόστους ζωής.
Πηγή: OT.gr























