Η Rabobank εντοπίζει σημαντικές ευκαιρίες για την Ελλάδα στην παραγωγή αβοκάντο και μάνγκο, εκμεταλλευόμενη τις μεταβολές του κλίματος. Η επιτυχία του εγχειρήματος απαιτεί στρατηγικές επενδύσεις σε υποδομές, ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων και εξειδικευμένη τεχνογνωσία, ώστε οι Έλληνες παραγωγοί να προσφέρουν προϊόντα υψηλής ποιότητας που θα καλύψουν την αυξανόμενη ευρωπαϊκή ζήτηση.
Η κλιματική αλλαγή διαμορφώνει νέες καλλιεργητικές προοπτικές για την Ελλάδα
Η Rabobank εντοπίζει σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες για την ελληνική γεωργία μέσω της ενίσχυσης της παραγωγής σε αβοκάντο και μάνγκο, καθώς η παγκόσμια ζήτηση για τροπικά φρούτα παρουσιάζει συνεχή άνοδο. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος εξαρτάται άμεσα από τη διασφάλιση υδάτινων πόρων, την υλοποίηση επενδύσεων και την αναβάθμιση των υποδομών.
Η κλιματική μεταβολή δεν αποτελεί αποκλειστικά απειλή για τον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα, αλλά παράλληλα αναδεικνύει νέες περιοχές που καθίστανται πλέον κατάλληλες για τροπικές καλλιέργειες. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναδύεται ως μία από τις χώρες της νότιας Ευρώπης με δυνατότητες παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, σύμφωνα με την πρόσφατη ανάλυση του χρηματοπιστωτικού οργανισμού.
Η έκθεση υπογραμμίζει πως η σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας, ο περιορισμός των φαινομένων παγετού και η αλλαγή στις καλλιεργητικές περιόδους προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις. Οι παραγωγοί στρέφονται σε καλλιέργειες με μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, αναζητώντας διέξοδο από τις παραδοσιακές καλλιέργειες, υπό την προϋπόθεση ότι συνδυάζονται η τεχνογνωσία, οι υποδομές και η πρόσβαση σε αγορές.
Επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων υποτροπικών και τροπικών φρούτων στην Ευρώπη, 2017-2025
Η Ελλάδα στον νέο χάρτη των τροπικών φρούτων
Η μελέτη αναλύει τα δεδομένα κλιματικής καταλληλότητας έως το 2050, προβλέποντας ενίσχυση των προοπτικών σε περιοχές της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της νότιας Ιταλίας, καθώς και σε τμήματα της ελληνικής επικράτειας και της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου.
Βάσει των χαρτών, η Ελλάδα παρουσιάζει ευνοϊκότερες συνθήκες για τέτοιου είδους καλλιέργειες στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Η καταλληλότητα αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά, με ιδιαίτερη έμφαση στη Δυτική Κρήτη, συμπεριλαμβανομένων των νομών Χανίων και Ρεθύμνου, καθώς και στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο, κυρίως στη Λακωνία.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έχει φτάσει ακόμη στα επίπεδα ανάπτυξης που έχουν επιτύχει χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, η γεωγραφική θέση και το τοπικό κλίμα δημιουργούν το απαραίτητο υπόβαθρο για την ανάπτυξη επιλεγμένων καλλιεργειών σε συγκεκριμένες ζώνες.
Η ανάλυση βασίζεται στην τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα, όπου το αβοκάντο ευδοκιμεί κυρίως στα Χανιά και σε μικρότερο βαθμό στην Καλαμάτα και τη Λακωνία. Αντίστοιχα, παρατηρείται περιορισμένη καλλιέργεια μάνγκο σε Χανιά και Πελοπόννησο, ενώ ανάλογη δυναμική εμφανίζουν και τα dragonfruits, γνωστά και ως πιτάγια.
Η Τζατζάνη Θηρεσία-Τερέζα, ερευνήτρια του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ στο Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, δήλωσε πρόσφατα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η δημοφιλία του αβοκάντο στην Κρήτη είναι σημαντική, έχοντας οδηγήσει στη δημιουργία εκτάσεων 15.000 στρεμμάτων, με τη μέση παραγωγή να ανέρχεται σε 1,2 τόνους ανά στρέμμα.
Ο Γιώργος Κορναράκης, υπεύθυνος πωλήσεων του Αγροτικού Συνεταιρισμού Χανίων, ανέφερε τον Μάιο στο newmoney ότι περισσότεροι από 200 παραγωγοί στον νομό ασχολούνται ενεργά με την καλλιέργεια αβοκάντο, με την εκτίμηση για τη φετινή παραγωγή να προσεγγίζει τους 700 τόνους.
Η Rabobank διευκρινίζει ότι η προοπτική για τις εξεταζόμενες χώρες εστιάζει σε στοχευμένη ανάπτυξη και όχι σε μια συνολική ανατροπή του υφιστάμενου αγροτικού μοντέλου. Οι περιοχές που θα επιτύχουν τον συνδυασμό κατάλληλων θερμοκρασιών, διαθέσιμων υδάτινων πόρων, οργανωμένης παραγωγής και εμπορικών υποδομών θα έχουν το προβάδισμα.
Η ευρωπαϊκή ζήτηση για αβοκάντο και μάνγκο αυξάνεται
Η τρέχουσα κατάσταση στην αγορά ενισχύει τις νέες καλλιέργειες. Παρά τη σταθερότητα στη συνολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών στην Ευρώπη, η ζήτηση για τροπικά είδη καταγράφει άνοδο, με το αβοκάντο και το μάνγκο να παρουσιάζουν ισχυρή δυναμική σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές.
Εκτιμώμενη κατανάλωση επιλεγμένων τροπικών φρούτων στην ΕΕ 2015-2025 © Rabobank – FAOSTAT
Τα τροπικά φρούτα διαθέτουν υψηλότερη μέση αξία εισαγωγής σε σύγκριση με τα συμβατικά φρούτα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Rabobank, η μέση αξία εισαγωγής στην ΕΕ για τα φρέσκα φρούτα διαμορφώθηκε περίπου στα 1,26 ευρώ ανά κιλό, ενώ για τα τροπικά φρούτα, εξαιρώντας την μπανάνα και τον ανανά, η τιμή έφτασε τα 2,54 ευρώ ανά κιλό.
Αυτή η τάση διαμορφώνει ένα εναλλακτικό μοντέλο για τους Ευρωπαίους παραγωγούς αντί για ανταγωνισμό με τις μεγάλες παραγωγικές χώρες σε επίπεδο κόστους, προτείνεται η επένδυση σε προϊόντα υψηλής ποιότητας, η χρήση μικρότερων αλυσίδων εφοδιασμού και η premium τοποθέτηση στην αγορά.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές
Η αγορά της ΕΕ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγωγές από τρίτες χώρες. Περίπου το 90% των τροπικών φρούτων που καταναλώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχεται από χώρες εκτός του μπλοκ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή παραγωγή λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι αντικαταστατικά.
Η ανάγκη για διαφοροποίηση ενισχύεται λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κύριοι προμηθευτές. Το Περού, εκ των σημαντικότερων προμηθευτών αβοκάντο, δέχεται πιέσεις από τη λειψυδρία και τις υψηλές θερμοκρασίες. Στην περιοχή Olmos, μία από τις βασικές ζώνες παραγωγής, οι ακραίες θερμοκρασίες του 2024 συνδέθηκαν με απώλειες αποδόσεων της τάξεως του 40%.
Για την Ευρώπη, η ανάπτυξη τοπικής παραγωγής μπορεί να προσφέρει μικρότερες αλυσίδες μεταφοράς, μεγαλύτερη φρεσκάδα και προϊόντα που φέρουν ισχυρότερα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας και ιχνηλασιμότητας.
Το μεγάλο στοίχημα: Νερό, επενδύσεις και οργάνωση παραγωγής
Παρά τις νέες δυνατότητες, η Rabobank προειδοποιεί ότι το κλίμα από μόνο του δεν αρκεί για τη δημιουργία μιας βιώσιμης βιομηχανίας τροπικών φρούτων. Η εμπειρία της Ισπανίας και της Πορτογαλίας καταδεικνύει ότι απαιτούνται κεφάλαια, μεγάλες παραγωγικές μονάδες, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και αποτελεσματικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Ο κρίσιμος παράγοντας για τις μεσογειακές χώρες παραμένει το νερό. Η πίεση από την ξηρασία και ο ανταγωνισμός για υδάτινους πόρους καθιστούν επιτακτικές τις επενδύσεις σε σύγχρονα συστήματα άρδευσης, υποδομές αποθήκευσης νερού και τεχνολογίες διαχείρισης.
Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το κλιματικό της πλεονέκτημα μόνο εφόσον συνοδευτεί από οργανωμένες επενδύσεις και παραγωγικά μοντέλα, που θα επιτρέψουν στα προϊόντα να φτάσουν στην αγορά διατηρώντας σταθερή την ποιότητά τους.
Στρατηγικό πλεονέκτημα τα premium προϊόντα
Η Rabobank εκτιμά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες παραγωγικές χώρες σε επίπεδο χαμηλού κόστους. Η ευκαιρία έγκειται στη δημιουργία προϊόντων υψηλότερης αξίας, με έμφαση στη φρεσκάδα, τη μικρότερη απόσταση από τον τελικό καταναλωτή, την τοπική ταυτότητα και τη βιωσιμότητα.
Για την Ελλάδα, αυτό συνεπάγεται ότι η ανάπτυξη τροπικών καλλιεργειών δεν αφορά απλώς την αντικατάσταση ενός προϊόντος στο χωράφι, αλλά τη δημιουργία μιας νέας αλυσίδας αξίας γύρω από επιλεγμένες καλλιέργειες.
Η Rabobank καταλήγει ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να καταστήσει τμήματα της νότιας Ευρώπης πιο ελκυστικά για την παραγωγή αβοκάντο, μάνγκο και άλλων τροπικών φρούτων, ωστόσο η επιτυχία θα κριθεί από τη διαθεσιμότητα ασφάλειας νερού, την τεχνική γνώση και τη δυνατότητα παραγωγής σταθερά υψηλής ποιότητας προϊόντων.
























