Η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη συγκράτηση των τιμών στα σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με τον καθηγητή Γεώργιο Μπάλτα. Όπως επισημαίνεται σε δηλώσεις στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η στροφή των καταναλωτών σε εγχώρια προϊόντα και η ιδιωτική ετικέτα ενισχύουν την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι των διεθνών πληθωριστικών πιέσεων.
Ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής για τη συγκράτηση του πληθωρισμού
Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κατέχουν πλέον σημαντικό μερίδιο στις αγοραστικές συνήθειες των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς η πίεση από την ακρίβεια καθορίζει τις επιλογές των καταναλωτών στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Παρά τη στροφή προς πιο προσιτές οικονομικές λύσεις, οι Έλληνες αγοραστές επιδεικνύουν σταθερή προτίμηση σε ποιοτικά είδη εγχώριας προέλευσης, διατηρώντας το ρεύμα υποστήριξης προς το «Made in Greece» ιδιαίτερα ισχυρό και ενεργό.
Έρευνα που διεξήγαγε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών τον Ιανουάριο του 2026 σε αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών κατέδειξε ότι για τρίτο συνεχόμενο έτος τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας πέτυχαν νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα διείσδυσης. Πλέον, σχεδόν τέσσερα στα δέκα προϊόντα που τοποθετούνται στα καλάθια είναι κατηγορίας Private Label, ενώ η εμπιστοσύνη του αγοραστικού κοινού προς αυτά παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά.
Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραματίζει η αυξανόμενη τάση για αγορά ελληνικών αγαθών. Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής Γεώργιος Μπάλτας, το μεγαλύτερο μέρος των ειδών ιδιωτικής ετικέτας κατασκευάζεται εντός της χώρας από εγχώριους παραγωγούς για λογαριασμό των δικτύων λιανεμπορίου. Κατά συνέπεια, η ενδυνάμωση του «Made in Greece» δρα συμπληρωματικά στην αναπτυξιακή πορεία του κλάδου των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.
Το «Made in Greece», σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα, δεν αφορά αποκλειστικά τη διαδικασία παραγωγής αλλά συνδέεται άμεσα με την καταναλωτική ψυχολογία. Με βάση την επιστημονική βιβλιογραφία στο μάρκετινγκ, η χώρα καταγωγής ενός εμπορεύματος επιδρά στην αντιληπτή ποιότητα και την τελική πρόθεση αγοράς. Παράλληλα, πληθώρα μελετών έχει αναδείξει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα εγχώρια προϊόντα και την έντονη επιθυμία τους να ενισχύσουν την εθνική παραγωγή μέσω των αγοραστικών τους επιλογών.
«Η διαπιστωμένη διαχρονικά προτίμηση των καταναλωτών στα ελληνικά προϊόντα μπορεί να εξασφαλίσει σταθερή ζήτηση στους εγχώριους παραγωγούς, να στηρίξει τις εγχώριες θέσεις εργασίας και να επιτρέψει τον εκσυγχρονισμό των εταιρειών για τη συγκράτηση του κόστους και εντέλει των τιμών διάθεσης των προϊόντων στη λιανική» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μπάλτας.
Κρίσιμη η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής
Αναλύοντας το τρέχον οικονομικό σκηνικό, ο καθηγητής Γεώργιος Μπάλτας υπογραμμίζει πως η ακρίβεια έχει καταστεί το βασικό οικονομικό ζήτημα για τα ελληνικά νοικοκυριά. Όπως επισημαίνει, τα πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν υποχωρήσει. Ο ετήσιος πληθωρισμός ανήλθε στο 3,8% τον Αύγουστο, από 3,4% τον Ιούλιο, βάσει στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση εμφάνισαν η Στέγαση με αύξηση 9,7%, οι Μεταφορές με 7,7% και ο κλάδος εστίασης και ξενοδοχείων με 6,0%. Σημειώνεται ότι το μέσο δωδεκάμηνο επίπεδο παρουσιάζει αυξητική τάση: ο μέσος δείκτης της περιόδου Σεπτεμβρίου 2025 – Αυγούστου 2026 κατέγραψε άνοδο 3,4%, σε σύγκριση με το 2,6% του προηγούμενου διαστήματος.
«Η δημόσια συζήτηση εστιάζει κατά κανόνα σε παρεμβάσεις στην πλευρά της ζήτησης ή σε διοικητικά μέτρα όπως επιδοτήσεις, πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, και συμφωνίες κυρίων. Τα μέτρα αυτά ενδέχεται να αμβλύνουν βραχυχρόνια την επιβάρυνση των καταναλωτών. Ωστόσο, αφήνουν σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτη την άλλη πλευρά της εξίσωσης, δηλαδή την προσφορά της οικονομίας» τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Την ίδια στιγμή, καθοριστικός είναι ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής, στη βιομηχανία και στον αγροτικό τομέα, στη συγκράτηση των τιμών. Όπως αναφέρει ο ίδιος, στην Ελλάδα η μεταποίηση αντιστοιχεί σε μερίδιο της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας κοντά στο 10%, αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών παραμένει διαχρονικά ελλειμματικό, ενώ σημαντικό μέρος του κρέατος, των γαλακτοκομικών, των ζωοτροφών και των σιτηρών καλύπτεται από εισαγωγές, όπως και πολλά βιομηχανικά και καταναλωτικά αγαθά. «Με άλλα λόγια, ένα μεγάλο τμήμα του καταναλωτικού καλαθιού ακολουθεί τις διεθνείς τιμές, το κόστος μεταφοράς και τις γεωπολιτικές διαταραχές. Στο πλαίσιο αυτό, ο εισαγόμενος πληθωρισμός δύσκολα αντιμετωπίζεται με εγχώρια μέτρα ζήτησης, διότι η πηγή του βρίσκεται εκτός των συνόρων» υπογραμμίζει.
Τρεις μηχανισμοί συγκράτησης των τιμών με ισχυρότερο Made in Greece
Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής μπορεί, σύμφωνα με τον κύριο Μπάλτα, να επηρεάσει το επίπεδο των τιμών μέσω τριών κυρίως μηχανισμών. Πρώτον, μέσω της διεύρυνσης της προσφοράς και του ανταγωνισμού. Όταν σε μια αγορά δραστηριοποιούνται περισσότεροι εγχώριοι παραγωγοί, αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα και περιορίζεται η δυνατότητα λίγων εισαγωγέων ή διανομέων να επηρεάζουν τις τιμές. Σε αγορές με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, η εγχώρια παραγωγή λειτουργεί ως εναλλακτική πηγή εφοδιασμού και, κατ’ επέκταση, ως φυσικό όριο στην τιμολογιακή ισχύ και στις υπερβολικές ανατιμήσεις.
Δεύτερον, μέσω της συντόμευσης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Κάθε κρίκος της αλυσίδας, όπως η μεταφορά, η αποθήκευση, η ψύξη και η διαμεσολάβηση, προσθέτει κόστος που τελικά μετακυλίεται στον καταναλωτή. Η παραγωγή στην Ελλάδα περιορίζει δραστικά το κόστος αυτό. Είναι επίσης μία ξεκάθαρα πιο οικολογική επιλογή, υπό την έννοια ότι τα εγχώρια προϊόντα έχουν την πιο σύντομη εφοδιαστική αλυσίδα και επιβαρύνουν πολύ λιγότερο το περιβάλλον.
Τρίτον, μέσω της ανθεκτικότητας σε εξωτερικές διαταραχές. Η πανδημία και η ενεργειακή κρίση του 2022 κατέδειξαν ότι οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να διαταραχθούν απότομα. Οι οικονομίες με ισχυρότερη εγχώρια παραγωγική βάση απορρόφησαν τους κραδασμούς με μικρότερο κόστος και λιγότερα προβλήματα. Σε απλούς όρους, η εγχώρια παραγωγή λειτουργεί ως ένα είδος ασφάλισης έναντι της μεταβλητότητας των διεθνών τιμών. Επιπλέον, τα εισοδήματα και οι θέσεις εργασίας που δημιουργεί παραμένουν στην οικονομία, στηρίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Στο επίκεντρο η αξιοποίηση του αγροτικού τομέα
Η Ελλάδα διαθέτει αναγνωρισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα στο ελαιόλαδο, στα φρούτα και λαχανικά, στα τυροκομικά και στις υδατοκαλλιέργειες. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα, παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές σε κατηγορίες με μεγάλο βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό, όπως το κρέας και το αγελαδινό γάλα. Η κτηνοτροφία, ειδικότερα, έχει πληγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η εγχώρια προσφορά να υποχωρεί σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης.
«Η ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής προϋποθέτει παρεμβάσεις που υπερβαίνουν τις επιδοτήσεις. Ο κατακερματισμός του κλήρου και το μικρό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων αυξάνουν το κόστος ανά μονάδα προϊόντος» αναφέρει ο ίδιος και συμπληρώνει: «Οι οργανώσεις παραγωγών και τα σύγχρονα συνεργατικά σχήματα μπορούν να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας, να βελτιώσουν τη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών και να περιορίσουν την απόσταση μεταξύ τιμής παραγωγού και τιμής ραφιού. Εξίσου κρίσιμα είναι τα αρδευτικά έργα, η εγχώρια παραγωγή ζωοτροφών και η ψηφιακή γεωργία».
Παράλληλα, η μεταποίηση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της αγροτικής παραγωγής. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, ο μεγαλύτερος μεταποιητικός κλάδος της χώρας, μετατρέπει την εγχώρια πρώτη ύλη σε τελικό προϊόν και διατηρεί την προστιθέμενη αξία εντός της οικονομίας.
Αντίστοιχη σημασία έχουν κλάδοι όπως τα δομικά υλικά, τα φαρμακευτικά προϊόντα, η μεταλλουργία και η συσκευασία, οι οποίοι τροφοδοτούν άλλους τομείς και συντηρούν ολόκληρα οικοσυστήματα συνδεδεμένων επιχειρήσεων και συνεργατών.
Μαρία Τσιβγέλη
























