Η ΕΣΕΕ επισημαίνει ότι η αγορά κινείται με δύο ταχύτητες, καθώς ο πληθωρισμός και το αυξημένο λειτουργικό κόστος πλήττουν τις μικρές επιχειρήσεις. Οι έμποροι ζητούν αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τις προσφορές, ώστε να ενισχυθεί ο υγιής ανταγωνισμός απέναντι στις μεγάλες αλυσίδες και τις διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες που απορροφούν σημαντικό μέρος του τζίρου.
Ολοκληρώθηκε η θερινή εκπτωτική περίοδος την 31η Αυγούστου, αφήνοντας την αγορά αντιμέτωπη με χαμηλότερες προσδοκίες, περιορισμένη κατανάλωση και έντονο προβληματισμό για τον ρόλο των συνεχών προσφορών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βιώνουν αυξημένη πίεση σε ένα περιβάλλον όπου το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών παραμένει ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τις αγορές ειδών ένδυσης και υπόδησης, παρά την επιστροφή του κοινού από τις διακοπές.
Με βάση τις εκτιμήσεις του εμπορικού κόσμου, οι ενδείξεις δεν αφήνουν περιθώρια για αισιοδοξία σχετικά με μια θεαματική ανατροπή του κλίματος τις τελευταίες ημέρες των εκπτώσεων. Ο συνολικός τζίρος της περιόδου αναμένεται να κυμανθεί κοντά στα 7 δισ. ευρώ, με ένα ισχυρό κλείσιμο να μπορεί να τον οδηγήσει έως τα 7,1 δισ. ευρώ, απομακρύνοντας οριστικά το αρχικό αισιόδοξο σενάριο των 7,4 δισ. ευρώ.
Η εικόνα της αγοράς αποτυπώνεται ανάγλυφα στις έρευνες των φορέων, όπου η πλειονότητα των επιχειρήσεων καταγράφει πτώση του τζίρου σε σχέση με την περσινή χρονιά. Η αδυναμία της αγοράς αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην περιορισμένη αγοραστική δύναμη, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από έρευνα σε 409 μικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις, το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν χειρότερα αποτελέσματα από πέρυσι ξεπερνά το 71%.
Η επόμενη μέρα φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις προσφορές
Μετά τη λήξη της θεσμοθετημένης περιόδου, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο μοντέλο των προσφορών και στο ερώτημα αν η συνεχής παρουσία τους έχει αποδυναμώσει τον παραδοσιακό θεσμό των εκπτώσεων. Σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων ζητεί αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, εκτιμώντας ότι το τρέχον καθεστώς ευνοεί κυρίως τις μεγάλες πολυεθνικές αλυσίδες και τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, επιβαρύνοντας τις μικρότερες οντότητες.
Ο Θάνος Τσαγγάρης, ως πρόεδρος του αρμόδιου φορέα, υπογράμμισε ότι οι εκπτώσεις πρέπει να παραμείνουν το τελευταίο εργαλείο ρευστοποίησης των αποθεμάτων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Στις δηλώσεις του τόνισε ότι ο θεσμός έχει υπονομευθεί από τη διαρκή διεξαγωγή προσφορών, ενώ οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο λειτουργικό κόστος και την πίεση που ασκεί η ακρίβεια στις καταναλωτικές συνήθειες.
Πτώση του πραγματικού τζίρου παρά την ονομαστική αύξηση
Η υποτονική πορεία των θερινών εκπτώσεων αποτελεί συνέχεια μιας πιεσμένης περιόδου, καθώς η ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ δείχνει μείωση του κύκλου εργασιών κατά 3,7% σε πραγματικές τιμές το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η ονομαστική αύξηση της τάξεως του 1,2% δεν αντικατοπτρίζει αύξηση του όγκου πωλήσεων, αλλά αποδίδεται στις πληθωριστικές πιέσεις που επηρεάζουν το λιανικό εμπόριο.
Στο πρώτο εξάμηνο του έτους, ο πραγματικός κύκλος εργασιών συρρικνώθηκε συνολικά κατά 2,3%, με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να καταγράφουν πτώση 3,4% και τις μικρές 1,7%. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις εμφάνισαν αύξηση του πραγματικού τους τζίρου κατά 3,7%, ενώ κλάδοι όπως τα ιατρικά είδη και οι ηλεκτρικές συσκευές παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τα είδη ένδυσης και τα βιβλία.
Αγορά δύο ταχυτήτων
Τα διαθέσιμα στοιχεία ενισχύουν την εικόνα μιας αγοράς που κινείται με δύο ταχύτητες, όπου οι μεμονωμένες επιχειρήσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα δέχονται ισχυρότερες πιέσεις. Παρά την αύξηση της τουριστικής κίνησης κατά 15,4% και των εισπράξεων κατά 14,8% στο πρώτο εξάμηνο, τα οφέλη αυτά δεν αποτυπώθηκαν στα μεγέθη του εμπορίου, αφήνοντας τις επιχειρήσεις να αναζητούν μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας.
Ο Σταύρος Καφούνης, εκ μέρους της ΕΣΕΕ, αποδίδει την κατάσταση στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και στις δαπάνες στέγασης και ενέργειας. Η συζήτηση για το μέλλον της αγοράς εστιάζει πλέον στην ανάγκη για ελάφρυνση των φορολογικών βαρών και στη θέσπιση σαφέστερων κανόνων, ώστε να αποκατασταθεί ο υγιής ανταγωνισμός και να στηριχθεί η επιχειρηματικότητα απέναντι στις διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες.























