Ερευνητική ανακάλυψη Έλληνα επιστήμονα προσεγγίζει τη θεραπεία για την ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση και τη ΧΑΠ
Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση, μια σπάνια και εξαιρετικά επικίνδυνη για τη ζωή πνευμονοπάθεια, παραμένει έως σήμερα ένα δυσεπίλυτο επιστημονικό αίνιγμα, καθώς οι αιτιολογικοί παράγοντες παραμένουν άγνωστοι και οι διαθέσιμες θεραπευτικές προσεγγίσεις περιορίζονται αποκλειστικά στον περιορισμό της εξέλιξής της. Μια διεθνής ομάδα ερευνητών, υπό την καθοδήγηση του Έλληνα πνευμονολόγου Σταύρου Γαραντζιώτη, ρίχνει φως σε αθέατες αιτίες της νόσου, προτείνοντας νέες πιθανές θεραπευτικές οδούς. Στο πλαίσιο της νόσου, σχηματίζονται ουλές στους πνεύμονες, προκαλώντας προοδευτική και μη αναστρέψιμη καταστροφή του πνευμονικού ιστού, η οποία καταλήγει σε αναπνευστική ανεπάρκεια.
Τα κλινικά συμπτώματα παρουσιάζουν ομοιομορφία, καθώς οι περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν αρχικά:
- Δύσπνοια
- Ξηρό βήχα
- Αίσθημα κόπωσης
Συχνά, τα συμπτώματα αυτά αποδίδονται λανθασμένα στη φυσιολογική γήρανση, σε καρδιαγγειακές παθήσεις ή στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Αν και ταξινομείται ως σπάνια πάθηση, η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση ενδέχεται να είναι συχνότερη από τις τρέχουσες εκτιμήσεις. Στον γενικό πληθυσμό, η συχνότητα υπολογίζεται σε έναν άνθρωπο ανά 5.000 έως 10.000 κατοίκους, με την εμφάνισή της να παρουσιάζει σημαντική αύξηση μετά την ηλικία των 50 ετών, κυρίως στους άνδρες.
Ο πνευμονολόγος Σταύρος Γαραντζιώτης, ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Επιστημών Περιβαλλοντικής Υγείας των ΗΠΑ, επέλεξε να εστιάσει στην ασθένεια λόγω της δυσμενούς πρόγνωσής της. «Όταν ως γιατρός διαπιστώνεις ότι οι δυνατότητες παρέμβασης είναι περιορισμένες, αυτό σε ωθεί στην επιθυμία να προσφέρεις βοήθεια, και ο καλύτερος τρόπος είναι να κατανοήσεις τους μηχανισμούς που διέπουν τη νόσο», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Η Ιατρική», προσθέτει, «δεν είναι πλέον εμπειρική, δεν ορίζουμε τις ασθένειες μόνο από τα συμπτώματα. Αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε ασθενής είναι μοναδικός και επιδιώκουμε να αποκωδικοποιήσουμε τους μηχανισμούς που οδηγούν στην πάθηση, ώστε να παρέχουμε θεραπεία στη ρίζα του προβλήματος. Αν κατανοήσεις την αφετηρία της νόσου, μπορείς να τη θεραπεύσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια».
Παρά το γεγονός ότι η αιτιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη, έχουν αναγνωριστεί παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα και η έκθεση σε περιβαλλοντικούς ρύπους. Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science Translational Medicine», αναδεικνύει έναν έως πρότινος άγνωστο παράγοντα: Το μικροβίωμα των πνευμόνων. Επί μακρόν επικρατούσε η αντίληψη ότι οι πνεύμονες ήταν αποστειρωμένοι. Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα γνωρίζει ότι το αντίθετο ισχύει, καθώς οι πνεύμονες βρίσκονται σε διαρκή επαφή με το περιβάλλον. Ενώ όργανα όπως η καρδιά και οι νεφροί προστατεύονται εσωτερικά, οι πνεύμονες εκτίθενται καθημερινά σε εισπνεόμενους παράγοντες, όπως:
- Καπνό
- Ατμοσφαιρική ρύπανση
- Σωματίδια
- Μικρόβια
Η ομάδα του κ. Γαραντζιώτη διαπίστωσε ότι περιβαλλοντικές βλάβες, όπως το κάπνισμα, διαταράσσουν την ισορροπία των μικροβίων, προκαλώντας χρόνια φλεγμονή που οδηγεί στις καταστροφικές ουλές. Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκε ο υποδοχέας του ανοσοποιητικού συστήματος TLR5, ο οποίος είναι καθοριστικός για την αναγνώριση και αντιμετώπιση βακτηρίων. Οι ερευνητές ανέλυσαν γενετικά δεδομένα από δύο μεγάλες ομάδες, περιλαμβάνοντας περισσότερους από 1.100 ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση και 2.500 υγιείς εθελοντές, διαπιστώνοντας σαφή σύνδεση μεταξύ της νόσου και της ανεπάρκειας του TLR5. Επιπλέον, μέσω πειραμάτων σε ποντίκια, επιβεβαιώθηκε ο προστατευτικός ρόλος του υποδοχέα, καθώς τα ποντίκια χωρίς ενεργό υποδοχέα εμφάνισαν μεγαλύτερη ευπάθεια. Η χορήγηση ειδικής βακτηριακής πρωτεΐνης ενεργοποιεί τον υποδοχέα, ο οποίος λειτουργεί ως φυσικό αντιβιοτικό, προστατεύοντας από την πνευμονική ίνωση.
Ο υποδοχέας TLR5 ως ασπίδα προστασίας και στη ΧΑΠ
Σε μεταγενέστερη έρευνα της ίδιας ομάδας, η οποία βρίσκεται υπό δημοσίευση, εντοπίστηκε ότι ο υποδοχέας TLR5 διαθέτει προστατευτικό ρόλο και σε άλλες παθήσεις που συνδέονται με βακτηριακή υπερανάπτυξη, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσος (ΧΑΠ). Η μελέτη σε ασθενείς, ανθρώπινα κύτταρα και ζωικά μοντέλα έδειξε ότι η υψηλή έκφραση του TLR5 στους πνεύμονες συσχετίζεται με μειωμένους δείκτες φλεγμονής στο αίμα. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι ο καπνός του τσιγάρου καταστέλλει την έκφραση του TLR5 στα επιθήλια των αεραγωγών. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ενεργοποίηση του TLR5 μπορεί να βελτιώσει την πνευμονική λειτουργία, ενώ η καταστολή του από το κάπνισμα αποτελεί πιθανό μηχανισμό πρόκλησης βλαβών και βακτηριακής ανάπτυξης.
Πιθανές θεραπευτικές επιλογές για το μέλλον
Το επόμενο στάδιο της έρευνας εστιάζει στον εντοπισμό αντιβιοτικών που θα βοηθήσουν στην καταπολέμηση των μικροβίων και στη διερεύνηση της φαρμακευτικής ενεργοποίησης του υποδοχέα TLR5. Ο Σταύρος Γαραντζιώτης, γεννημένος στην Αθήνα, ολοκλήρωσε σπουδές Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Albert-Ludwigs στη Γερμανία και ειδικεύτηκε στις ΗΠΑ, στην Παθολογία στο Albert Einstein College of Medicine της Νέας Υόρκης και στην Πνευμονολογία στο Πανεπιστήμιο Duke της Βόρειας Καρολίνας. Επί 15 έτη διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Κλινικών Ερευνών του Εθνικού Ινστιτούτου Επιστημών Περιβαλλοντικής Υγείας των ΗΠΑ. Η πνευμονολογία τον κέρδισε, καθώς θεωρεί τους πνεύμονες ένα από τα πιο συναρπαστικά όργανα. Όπως εξηγεί, οι πνεύμονες δεν έχουν μόνο αναπνευστική λειτουργία, αλλά αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Μαζί με την καρδιά, είναι τα μόνα όργανα που έρχονται σε επαφή με το 100% του αίματος, αποτελώντας, μετά το δέρμα, το μεγαλύτερο σημείο επαφής του ανθρώπου με το περιβάλλον.
























