Η ανάγκη για άμεση διεκδίκηση μεγαλύτερου ποσοστού από τα ετήσια έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ για το 2026 τίθεται επιτακτικά από τον Λευτέρη Ιωαννίδη. Με φόντο την επερχόμενη υπουργική απόφαση, υπογραμμίζεται η συστηματική μείωση των πόρων που προορίζονται για τη Δίκαιη Μετάβαση, η οποία οδηγεί σε σημαντικές οικονομικές απώλειες για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.
Η πορεία απαξίωσης του εθνικού ταμείου δίκαιης μετάβασης
Από το 2018, με πρωτοβουλία του Δικτύου Ενεργειακών Δήμων, θεσμοθετήθηκε η απόδοση μέρους των εσόδων CO₂ στις λιγνιτικές περιοχές. Ενώ την περίοδο 2018-2019 το ποσοστό ανερχόταν στο 6% (περίπου 30 εκατ. ευρώ ετησίως), τα επόμενα έτη σημειώθηκε κατακόρυφη πτώση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο κ. Ιωαννίδης:
- Το 2023 το ποσοστό περιορίστηκε στο 0,01%, με σκοπό την ενίσχυση της βιομηχανίας.
- Το 2025 το ποσοστό ανήλθε μόλις στο 1,35% (περίπου 15 εκατ. ευρώ).
- Η συνολική απώλεια πόρων για την περίοδο 2020-2025 εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 290 εκατομμύρια ευρώ.
Οικονομικές επιπτώσεις και χαμένες ευκαιρίες
Αν το ποσοστό κατανομής είχε διατηρηθεί στο αρχικό 6%, τα συνολικά έσοδα για τις λιγνιτικές περιοχές έως το 2030 θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 800 εκατομμύρια ευρώ. Αντιθέτως, με τα τρέχοντα δεδομένα, η συνολική απώλεια μέχρι το τέλος της δεκαετίας αναμένεται να ξεπεράσει τα 550 εκατομμύρια ευρώ.
Οι πόροι αυτοί είναι κρίσιμοι για τη χρηματοδότηση έργων μέσω του Ειδικού Προγράμματος Αντισταθμιστικού Πόρου (ΠΑΠ ΔΑΜ). Παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη ένταξη πακέτου έργων του Δήμου Κοζάνης ύψους 4,5 εκατ. ευρώ, που αποδεικνύει τη χρηστικότητα του εργαλείου όταν αυτό χρηματοδοτείται επαρκώς.
Αναγκαιότητα για συντονισμένη παρέμβαση το 2026
Με δεδομένο ότι η συνέχιση του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης μετά το 2028 είναι αβέβαιη, ο Λευτέρης Ιωαννίδης καλεί την Τοπική Αυτοδιοίκηση σε συντονισμένη δράση. Η διαμόρφωση των ποσοστών αποτελεί προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ της βιομηχανίας, των ΑΠΕ και των τοπικών κοινωνιών, όπου μέχρι στιγμής η πολιτική πίεση από τη Δυτική Μακεδονία κρίνεται ελλιπής.
Η μετάβαση της περιοχής δεν ολοκληρώνεται το 2030, καθώς οι ανάγκες για υποδομές και επενδύσεις θα παραμείνουν μακροπρόθεσμες. Η διασφάλιση των απαραίτητων οικονομικών πόρων σήμερα αποτελεί τη μοναδική εγγύηση για έναν ουσιαστικό σχεδιασμό χωρίς σκοπιμότητες και καθυστερήσεις.
























