Το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης για την καταναλωτική πίστη θωρακίζει χιλιάδες νοικοκυριά απέναντι σε καταχρηστικές τραπεζικές συμπεριφορές, θέτοντας αυστηρούς κανόνες διαφάνειας. Ο υπουργός Τάκης Θεοδωρικάκος υπογράμμισε ότι η νέα νομοθεσία αφορά δάνεια έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, εισάγει πλαφόν στις προσαυξήσεις κεφαλαίου έως 50% και διασφαλίζει το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών.
Το νέο πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη και τα δάνεια
Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ERT, ανέλυσε διεξοδικά τις διατάξεις του επερχόμενου νομοσχεδίου που αφορά την καταναλωτική πίστη και τις συναλλαγές με τα τραπεζικά ιδρύματα. Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία αποσκοπεί στον τερματισμό των καταχρηστικών συμπεριφορών εις βάρος των δανειοληπτών, αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση εντός του Μαΐου και να ψηφιστεί τον Ιούνιο. Το νομοσχέδιο αποτελεί ενσωμάτωση δύο ευρωπαϊκών οδηγιών, ωστόσο η ελληνική πλευρά προχωρά σε περαιτέρω ρυθμίσεις για την ενίσχυση της προστασίας των πολιτών. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο κ. Θεοδωρικάκος, οι διατάξεις αφορούν δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ που δεν διαθέτουν εμπράγματες εξασφαλίσεις, καλύπτοντας έτσι ένα τεράστιο μέρος των καταναλωτικών αναγκών των ελληνικών νοικοκυριών.
Κατάργηση των ψιλών γραμμάτων και πλαφόν στις χρεώσεις
Η κεντρική φιλοσοφία της μεταρρύθμισης εστιάζει στην πλήρη ενημέρωση του πολίτη για τις υποχρεώσεις του, βάζοντας οριστικό τέλος στα λεγόμενα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων. Μία από τις πλέον ρηξικέλευθες διατάξεις είναι η επιβολή πλαφόν στην αύξηση του αρχικού κεφαλαίου ενός δανείου. Το ανώτατο αυτό όριο θα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 50% και θα ορίζεται με υπουργική απόφαση σε συνεργασία με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Επιπλέον, ο δανειολήπτης θα διαθέτει πλέον το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών, εφόσον αποφασίσει να μη συνεχίσει με τη δανειακή σύμβαση.
Παράλληλα, το υπουργείο Ανάπτυξης δίνει το δικαίωμα στους πολίτες να απαιτούν απευθείας επικοινωνία με φυσικό πρόσωπο – εκπρόσωπο της τράπεζας, περιορίζοντας την αποκλειστική χρήση αυτοματοποιημένων εφαρμογών. Οι νέες ρυθμίσεις θα τεθούν σε ισχύ από τις 20 Νοεμβρίου, ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα της ευρωπαϊκής οδηγίας, χωρίς αναδρομική ισχύ, ώστε να μην αδικηθούν όσοι υπήρξαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έναντι εκείνων που δεν ανταποκρίθηκαν.
Μέτρα κατά της ακρίβειας και έλεγχοι στην αγορά
Σχετικά με την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ο Τάκης Θεοδωρικάκος αναφέρθηκε στο μέτρο του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, χαρακτηρίζοντάς το ως ένα σκληρό αλλά τίμιο μέτρο για τη δύσκολη διεθνή συγκυρία. Ο προσανατολισμός του υπουργείου είναι η παράταση του μέτρου στα τρόφιμα και μετά τις 30 Ιουνίου, προκειμένου να ελεγχθεί η κατάσταση στην αγορά. Όσον αφορά τα καύσιμα, η συνέχιση του μέτρου θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα και τη σταθεροποίηση των τιμών.
Οι έλεγχοι από τους μηχανισμούς της νέας Ανεξάρτητης Αρχής συνεχίζονται με ένταση σε όλο το φάσμα της αγοράς. Ο υπουργός δήλωσε δικαιωμένος για τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, αποκαλύπτοντας ότι από τα 21 εκατομμύρια ευρώ προστίμων που επιβλήθηκαν από τη ΔΙΜΕΑ, έχει ήδη εισπραχθεί το 99,5%, γεγονός που αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου κυρώσεων.
Ασφάλεια στα πανεπιστήμια και πολιτική επικαιρότητα
Ο υπουργός σχολίασε επίσης τα πρόσφατα επεισόδια στο ΑΠΘ, τονίζοντας ότι η αστυνομία οφείλει να επεμβαίνει στα πανεπιστήμια όταν επικρατούν βίαιες καταστάσεις. Θύμισε την περίοδο που ως υπουργός Δημοσίας Τάξεως χρειάστηκε να εγκαταστήσει διμοιρία των ΜΑΤ για ένα χρόνο προκειμένου να ολοκληρωθεί η βιβλιοθήκη στο ΑΠΘ, η οποία γκρεμιζόταν συστηματικά. Χαρακτήρισε αυτονόητη την παρουσία της αστυνομίας σε κάθε δημόσιο χώρο όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των υποδομών.
Τέλος, αναφορικά με την ένταση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και δημοσκόπων, ο κ. Θεοδωρικάκος κάλεσε το πολιτικό σύστημα σε ηρεμία. Υπογράμμισε ότι οι δημοσκοπήσεις αποτελούν εργαλείο δουλειάς και οι απαντήσεις των πολιτών δεν είναι δεσμευτικές, σε αντίθεση με την κάλπη όπου δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη. Ζήτησε από τα κόμματα να επικεντρωθούν στην παραγωγή ιδεών και στην κριτική για τα θέματα που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων, αντί να στοχοποιούν τις εταιρείες ερευνών.























