Η προσιτή στέγαση στην Ελλάδα δοκιμάζεται έντονα, καθώς τιμές και ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Σύμφωνα με τη μελέτη ΙΟΒΕ-Διανέοσις, η χώρα καταγράφει τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση νοικοκυριών στην Ε.Ε., την ώρα που η ευρωπαϊκή πρακτική κοινωνικής κατοικίας δείχνει εναλλακτικούς δρόμους αντιμετώπισης της κρίσης.
Η συγκυρία και τα κυβερνητικά μέτρα
Η πρόσφατη μελέτη των ΙΟΒΕ και Διανέοσις δημοσιοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η απόσταση μεταξύ κόστους στέγασης και εισοδημάτων διευρύνεται. Η άνοδος στις αξίες ακινήτων και στα ενοίκια καθιστά την απόκτηση ή τη διατήρηση κατοικίας ολοένα δυσκολότερη για μεγάλο μέρος των πολιτών. Τα νέα κυβερνητικά μέτρα επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, μέσα από φορολογικά και άλλα κίνητρα προς εργολάβους και ιδιοκτήτες, ωστόσο –όπως έχει επισημάνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Άκης Σκέρτσος– τα αποτελέσματα απαιτούν χρόνο.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την κατοικία
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργοποιεί το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για Προσιτή Κατοικία, προτείνοντας την ανακατεύθυνση πόρων από το Ταμείο Συνοχής προς δράσεις στέγασης. Παραμένει, πάντως, ασαφές ποιο μέρος από τα 392 δισ. ευρώ των Ταμείων Συνοχής θα κατευθυνθεί τελικά στην κατοικία, καθώς σημαντικό ποσοστό προορίζεται για εξοπλιστικά προγράμματα. Παράλληλα, η Κομισιόν φιλοδοξεί να κινητοποιήσει επενδύσεις ύψους 375 δισ. ευρώ έως το 2029, κυρίως μέσω αναπτυξιακών τραπεζών, συνδυάζοντας δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια.
Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη
Παρά τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, η Ελλάδα καταγράφει τις δυσμενέστερες επιδόσεις στην Ε.Ε. ως προς την οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών από το κόστος στέγασης. Η κατοικία εμφανίζεται ως η πιο «ακριβή» σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, στοιχείο που εντείνει τη στεγαστική πίεση. Η έκθεση ΙΟΒΕ-Διανέοσις παρουσιάζει διεθνή παραδείγματα στεγαστικής πολιτικής, τα οποία επιτρέπουν άμεσες συγκρίσεις με την ελληνική πραγματικότητα.
Οι ελληνικές ιδιαιτερότητες
Σύμφωνα με τη μελέτη, σε χώρες με παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, το κράτος διαχρονικά ανέλαβε πιο ενεργό ρόλο στη ρύθμιση της αγοράς κατοικίας. Δημιουργήθηκαν θεσμοί κοινωνικής στέγασης, δημόσιοι ή μη κερδοσκοπικοί φορείς και σταθερά χρηματοδοτικά εργαλεία. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η στεγαστική πολιτική στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην οικογένεια, οδηγώντας σε υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης και ελάχιστη ανάπτυξη κοινωνικής ενοικιαζόμενης στέγης.
Οι διαφορές αυτές συνδέονται και με κοινωνικές επιλογές. Στη Νότια Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί λειτουργούν ως άτυπο δίχτυ προστασίας, ενώ η ιδιοκτησία κατοικίας θεωρείται βασικό στοιχείο ασφάλειας, σε ένα περιβάλλον περιορισμένου κοινωνικού κράτους.
Κοινωνική στέγαση στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίαρχο μοντέλο αποτελεί η κοινωνική στέγαση μέσω μη κερδοσκοπικών ή περιορισμένου κέρδους οργανισμών. Το κράτος παρέχει κατοικίες ή χρηματοδότηση και οι φορείς αυτοί εξασφαλίζουν χαμηλά ενοίκια βάσει εισοδηματικών και κοινωνικών κριτηρίων. Σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γαλλία, η Δανία και η Ολλανδία, η κοινωνική κατοικία απευθύνεται όχι μόνο στους οικονομικά ασθενέστερους αλλά και στη μεσαία τάξη, ενισχύοντας την κοινωνική μίξη και αποτρέποντας τον χωρικό αποκλεισμό.
Το παράδειγμα της Βιέννης
Η Βιέννη ξεχωρίζει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς σχεδόν το 50% των κατοικιών της εντάσσεται σε καθεστώς κοινωνικής στέγασης. Το μοντέλο αυτό συνδυάζει επιδόματα ενοικίου, περιορισμούς στις αυξήσεις μισθωμάτων και επενδύσεις σε πράσινες κατοικίες. Αντίστοιχα, η Ολλανδία διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό κοινωνικής στέγης στον ΟΟΣΑ, με αυστηρό πλαίσιο ρύθμισης της αγοράς ενοικίων.
Ο ευρωπαϊκός Νότος σε μετάβαση
Σε Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία, η κοινωνική στέγαση παρέμεινε περιορισμένη για δεκαετίες, ωστόσο τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται πιο δυναμικές πολιτικές. Περιλαμβάνουν τη δημιουργία κρατικών φορέων κατοικίας, την αξιοποίηση κενών δημόσιων ακινήτων, περιορισμούς στις αυξήσεις ενοικίων και επενδύσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ισπανία, ειδικότερα, αξιοποιεί τη Sareb για τη μετατροπή προβληματικών ακινήτων σε κοινωνικές κατοικίες και έχει αναστείλει το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας για επενδύσεις σε ακίνητα.
Τι απουσιάζει από την ελληνική πολιτική
Η Ελλάδα δεν διαθέτει οργανωμένο απόθεμα κοινωνικής ενοικιαζόμενης στέγης ούτε εξειδικευμένο δημόσιο φορέα αποκλειστικά για την κατοικία. Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας καταργήθηκε την περίοδο των μνημονίων και δεν αντικαταστάθηκε. Παράλληλα, δεν εφαρμόζονται μέτρα ελέγχου ενοικίων, όπως πλαφόν στις αυξήσεις, ούτε υφίστανται μηχανισμοί μακροχρόνιας προστασίας των ενοικιαστών. Η κρατική παρέμβαση περιορίζεται κυρίως σε επιδόματα ενοικίου και αποσπασματικά προγράμματα στήριξης.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η στεγαστική κρίση αντιμετωπίζεται μόνο με συνδυασμό εργαλείων: κοινωνική στέγαση, ρύθμιση της αγοράς, φορολογικά κίνητρα, επιδόματα και ισχυρούς θεσμούς. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η μίμηση ξένων μοντέλων, αλλά η οικοδόμηση μιας συνεκτικής και μακροπρόθεσμης εθνικής στεγαστικής πολιτικής.


























