Η συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, η πρώτη μετά από 17 μήνες, πραγματοποιήθηκε σε θετικό κλίμα και διήρκεσε μιάμιση ώρα. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, επιδιώκοντας τη διαχείριση μιας «ελεγχόμενης κρίσης» και την αποφυγή νέων εντάσεων στις διμερείς σχέσεις.
Στόχος της Αθήνας και αποτίμηση της επίσκεψης
Για την ελληνική πλευρά, ο βασικός στόχος της επίσκεψης του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, επετεύχθη. Η Αθήνα αξιολογεί ως ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συμφώνησαν να παραμείνουν ενεργοί οι δίαυλοι επικοινωνίας, ώστε να αποφεύγονται αιφνίδιες κρίσεις.
Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις λειτουργεί προς όφελος και των δύο χωρών, αλλά και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Η «ελεγχόμενη κρίση» ως σημερινό πλαίσιο
Διπλωματικές πηγές με γνώση των Ελληνοτουρκικών κάνουν λόγο για ένα καθεστώς «ελεγχόμενης κρίσης». Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία οι διαφωνίες παραμένουν, αλλά διαχειρίζονται μέσω διαλόγου, με στόχο να αποτραπεί η κλιμάκωση και να αποφευχθεί πιθανή εμπλοκή τρίτων στις διμερείς διαφορές.
Η διατήρηση επικοινωνίας σε ανώτατο και ανώτερο επίπεδο θεωρείται κρίσιμη για να μην επιδεινωθεί το υφιστάμενο κλίμα.
Όλα τα ζητήματα στο τραπέζι
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τέθηκαν όλα τα θέματα που προκαλούν τριβές μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Παρά το γεγονός ότι οι δύο πλευρές παραμένουν σταθερές στις πάγιες θέσεις και τις «κόκκινες γραμμές» τους, κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι ο διάλογος ήταν ειλικρινής και διεξήχθη σε θετικό περιβάλλον.
Το casus belli και το πρόγραμμα SAFE
Η ελληνική θέση για το casus belli διατυπώθηκε εκ νέου με σαφήνεια. Η Αθήνα ξεκαθάρισε ότι η συμμετοχή της Τουρκίας στο αμυντικό πρόγραμμα SAFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης προϋποθέτει την άρση της απειλής πολέμου κατά της Ελλάδας. Όπως επισημάνθηκε, δεν πρόκειται να αρθεί το ελληνικό βέτο εφόσον δεν αλλάξει το συγκεκριμένο καθεστώς.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μοναδική διαφορά με την Τουρκία την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών – υφαλοκρηπίδας και Α.Ο.Ζ. – στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Αν όχι τώρα, πότε;»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, βάσει του Διεθνούς Δικαίου και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας. Εκφράζοντας την ελπίδα για θετικές εξελίξεις, υπογράμμισε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις διμερείς σχέσεις, θέτοντας το ερώτημα «αν όχι τώρα, πότε;».
Η θέση Ερντογάν για τα «ακανθώδη» ζητήματα
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναφέρθηκε στην ανάγκη πολιτικής βούλησης για την επίλυση των διαφορών, επισημαίνοντας ότι, παρά τον δύσκολο χαρακτήρα τους, τα ζητήματα δεν είναι άλυτα εφόσον υπάρξει καλή θέληση και εποικοδομητικός διάλογος.
Κατά τις δηλώσεις του, ανέφερε ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν με σαφήνεια τις θέσεις τους για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η αναφορά στη μειονότητα της Θράκης
Ο πρωθυπουργός απάντησε και στη νέα αναφορά του Τούρκου Προέδρου περί «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη. Υπενθύμισε ότι το καθεστώς της μειονότητας καθορίζεται ρητά από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προσδιορίζει τη μειονότητα ως θρησκευτική, αποκλείοντας διαφορετικές ερμηνείες.
Το παρασκήνιο και το κλίμα της συνάντησης
Η συγκεκριμένη συνάντηση ήταν η πρώτη μετά από 17 μήνες. Η προηγούμενη είχε πραγματοποιηθεί στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, τον Σεπτέμβριο του 2024, ενώ στο μεσοδιάστημα είχε ακυρωθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας με πρωτοβουλία της Άγκυρας.
Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι η διάρκεια της συνάντησης, περίπου μιάμιση ώρα, αντανακλά το θετικό κλίμα. Δεν πέρασαν απαρατήρητες και οι αναφορές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προς τον Έλληνα πρωθυπουργό, τον οποίο χαρακτήρισε «πολύτιμο φίλο» κατά τις κοινές δηλώσεις τους, ένδειξη της προσπάθειας διατήρησης ανοιχτού διαλόγου στο ανώτατο επίπεδο.




























