Η Ελλάδα καταγράφει συνεχή μείωση των γεννήσεων, με την ΕΛΣΤΑΤ να επιβεβαιώνει τη δημογραφική συρρίκνωση. Η ερευνήτρια Viva Hammer αναλύει διεθνή μοντέλα, όπως της Ουγγαρίας και των σκανδιναβικών χωρών, υπογραμμίζοντας ότι η υποστήριξη της μητρότητας απαιτεί συνθήκες εργασιακής ισορροπίας και όχι μόνο οικονομικές παροχές για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η βαθύτερη κρίση και οι προκλήσεις της υπογεννητικότητας
Η Ελλάδα βιώνει εδώ και αρκετά χρόνια μια από τις πιο επίμονες δημογραφικές δοκιμασίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι γεννήσεις σημειώνουν πτωτική πορεία, ο μέσος όρος ηλικίας απόκτησης απογόνων αυξάνεται σταθερά και ο πληθυσμός των μεγαλύτερων σε ηλικία ατόμων διευρύνεται δυσανάλογα συγκριτικά με τη νεολαία.
Τα στατιστικά στοιχεία αποτυπώνουν την κατάσταση με ακρίβεια. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις στη χώρα περιορίστηκαν από 84.764 το 2020 σε 68.467 το 2024, ενώ ο δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει περίπου στο 1,2 παιδί ανά γυναίκα. Πρόκειται για μέγεθος σαφώς χαμηλότερο από το 2,1, που ορίζεται ως όριο αναπλήρωσης των γενεών χωρίς να υπολογίζονται οι μεταναστευτικές ροές.
Παράλληλα, η γήρανση του κοινωνικού συνόλου επιταχύνεται αισθητά. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραφε διάμεση ηλικία 47,2 ετών, έναντι 44,9 ετών στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο διάστημα 2005-2025, η διάμεση ηλικία στη χώρα αυξήθηκε κατά 8 έτη, καταλαμβάνοντας μία από τις υψηλότερες θέσεις στην αύξηση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Το ελληνικό ζήτημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και παγκόσμιας μεταβολής.
Στην ΕΕ, το 22% των κατοίκων ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω την 1η Ιανουαρίου 2025, ενώ τα παιδιά ηλικίας 0-14 ετών αποτελούσαν μόλις το 14,4% του συνολικού πληθυσμού.
Το κρίσιμο ερώτημα σε μια τέτοια περίοδο δημογραφικής συρρίκνωσης είναι αν οι κυβερνήσεις διαδραματίζουν ρόλο στην επιμήκυνση του βίου ή στην ενίσχυση των γεννήσεων, και ποια πρέπει να είναι η ακριβής παρέμβασή τους.
Ωστόσο, ακόμα και αν ληφθούν κρατικά μέτρα, ανακύπτει ένας προβληματισμός. Θα λειτουργούσαν αυτές οι πολιτικές ως κίνητρο για τους νέους ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια; Θα ωθούσαν ένα ζευγάρι στο να φέρει στον κόσμο ένα επιπλέον παιδί;
Ευτυχώς, κατά την Viva Hammer, διακεκριμένη ερευνήτρια στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής «Crawford», διαθέτουμε πλούσιο όγκο δεδομένων για φιλικές προς την οικογένεια πρακτικές παγκοσμίως, ώστε να κρίνουμε αν τέτοιες στρατηγικές μπορούν πράγματι να παρακινήσουν τους πολίτες.
Τα διδάγματα από το ουγγρικό μοντέλο
Η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει γιατί η αναχαίτιση της υπογεννητικότητας δεν αποτελεί απλή διαδικασία, επισημαίνει η Hammer σε κείμενό της στο The Conversation.
Η Ουγγαρία και τα σκανδιναβικά κράτη διαθέτουν σημαντικά επιδόματα που στοχεύουν στην ενίσχυση της γονιμότητας.
Το 2011, η Ουγγαρία παρουσίαζε ανησυχητικά χαμηλό ποσοστό γεννήσεων, της τάξεως του 1,23 παιδιού ανά γυναίκα.
Η ηγεσία της χώρας απάντησε με ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα, το οποίο περιλάμβανε:
- χρηματικές ενισχύσεις για γάμους και γεννήσεις
- επιδοτούμενα δάνεια που εξαλείφονται με την αύξηση των μελών της οικογένειας
- φοροαπαλλαγές που κλιμακώνονται βάσει του αριθμού των παιδιών, με πλήρη απαλλαγή εφ’ όρου ζωής για μητέρες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά
- επιδότηση για την αγορά οικογενειακού οχήματος
- προσιτή παιδική φροντίδα.
Η Ουγγαρία δεν κατόρθωσε να αγγίξει το επίπεδο αναπλήρωσης, αλλά χάρη στις επενδύσεις αυτές φάνηκε να πλησιάζει τον στόχο, με τον δείκτη να ανεβαίνει στο 1,63 παιδί ανά γυναίκα έως το 2021.
Έκτοτε, οι γεννήσεις άρχισαν να υποχωρούν και, μέχρι το 2025, ο αριθμός των γεννήσεων ανά γυναίκα διαμορφώθηκε στο 1,31.
Η ένταση και η ταχύτητα της πτώσης προκάλεσαν έκπληξη στους αναλυτές. Μια ερμηνεία είναι ότι τα οικογενειακά επιδόματα της Ουγγαρίας ώθησαν τις γυναίκες να μεταθέσουν το χρονοδιάγραμμα των γεννήσεων που ούτως ή άλλως σχεδίαζαν.
Όταν αυτή η πρόσκαιρη επιτάχυνση ολοκληρώθηκε, ένα από τα πιο ολοκληρωμένα προγράμματα προώθησης της γονιμότητας παγκοσμίως οδήγησε τη χώρα στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου βρισκόταν πριν από τις νομοθετικές αλλαγές.
Η κατάσταση στις σκανδιναβικές χώρες
Τα σκανδιναβικά κράτη –Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία και Ισλανδία– διαθέτουν ισχυρές, σταθερές οικονομίες, υψηλά ποσοστά εργασίας και κοινωνικά συστήματα που καλύπτουν όλο τον κύκλο ζωής.
Οι οικογενειοκεντρικές πολιτικές τους εφαρμόζονται σταθερά εδώ και πολλές δεκαετίες. Έχουν σχεδιαστεί ώστε να μειώνουν το οικονομικό βάρος της απόκτησης παιδιού και να προάγουν την ισότιμη κατανομή καθηκόντων μεταξύ των γονέων, εντός και εκτός οικίας.
Όλες οι σκανδιναβικές χώρες παρέχουν γενναιόδωρα προγράμματα γονικής άδειας, με τη Νορβηγία να κατέχει τα πρωτεία, προσφέροντας σχεδόν ένα έτος με πλήρεις αποδοχές, το οποίο μπορεί να διαμοιραστεί μεταξύ των γονέων. Η Σουηδία χορηγεί 15 μήνες με 80% μισθό.
Η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Σουηδία και η Δανία κατατάσσονται επίσης στις κορυφαίες θέσεις παγκοσμίως στη φροντίδα των παιδιών, η οποία επιδοτείται σημαντικά και παρέχεται είτε κατ’ οίκον είτε σε επίσημες δομές. Η επιδίωξη της ισότητας των φύλων περιορίζει το βάρος για τις γυναίκες στο σπίτι. Ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, μειώνονται οι αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδημα και την περιουσία τους.
Συνολικά, τα σκανδιναβικά κράτη αποτελούν πρότυπο αναφοράς για τη γονική άδεια, τη φροντίδα των παιδιών, τη συμμετοχή των πατέρων και την επαγγελματική εξέλιξη των μητέρων.
Έως το 2010, οι δείκτες γεννήσεων ήταν επίσης σημαντικά υψηλότεροι από αυτούς των περισσότερων ανεπτυγμένων εθνών.
Ωστόσο, μετά το 2010, η κατάσταση μεταβλήθηκε. Τα ποσοστά γεννήσεων μειώθηκαν κατά περίπου 20–30% ταυτόχρονα σε όλες τις σκανδιναβικές χώρες.
Η βασική αλλαγή είναι ότι οι γυναίκες πλέον διστάζουν να αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί.
Πώς εξηγείται αυτή η εξέλιξη;
Οι πιο εύπορες και ισότιμες χώρες του πλανήτη κατάφεραν να διατηρήσουν υψηλά τα ποσοστά γεννήσεων παρά την κάμψη που παρατηρήθηκε στον υπόλοιπο κόσμο.
Τώρα, όμως, ακόμη και αυτές παρουσιάζουν πτωτικές τάσεις.
Γιατί συνέβη αυτό; Δεν υπάρχει ομόφωνη απάντηση. Τα όνειρα των γυναικών για ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια ενδέχεται να αυξάνονται ταχύτερα ακόμη και από τις καλύτερες κρατικές παροχές.
Ίσως πάλι, κανένα χρηματικό ποσό δεν μπορεί να πείσει μια γυναίκα να κάνει παιδί. Ίσως περιμένει την κατάλληλη στιγμή ή τον ιδανικό σύντροφο, ή ίσως επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο στην προσωπική της πορεία.
Η πολυπλοκότητα της απόφασης για μητρότητα
Το ερώτημα γιατί οι γυναίκες δεν τεκνοποιούν συχνά αντιμετωπίζεται σαν να πρόκειται αποκλειστικά για ζήτημα οικονομικών κινήτρων. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Η απόφαση για δημιουργία οικογένειας συνδέεται με την οικονομική ασφάλεια, τη στέγαση, την εργασία, αλλά και με τον τρόπο κατανομής της φροντίδας εντός της οικογενειακής εστίας.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται μεγάλο μέρος της φροντίδας των παιδιών και του νοικοκυριού, την ώρα που η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας έχει αυξηθεί.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η απασχόληση των μητέρων στη χώρα παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ και του Οργανισμού, ενώ η μητρότητα μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην επαγγελματική και οικονομική πορεία των γυναικών.
Εδώ εστιάζεται η άλλη πλευρά της δημογραφικής συζήτησης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το κράτος μπορεί να προσφέρει ένα επιπλέον επίδομα για να ενισχυθούν οι γεννήσεις. Είναι αν μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες η απόκτηση ενός παιδιού δεν θα σημαίνει για τη γυναίκα δυσανάλογη επαγγελματική θυσία. Προσιτή παιδική φροντίδα, γονική άδεια που αξιοποιείται και από τους πατέρες, ευέλικτη εργασία και μεγαλύτερη ισότητα στην καθημερινή φροντίδα μπορούν να μειώσουν το κόστος της μητρότητας.
Η προσέγγιση αυτή μεταβάλλει και το ίδιο το ερώτημα της δημογραφικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται το κράτος να «πείσει» τις γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά. Μπορεί, όμως, να φροντίσει ώστε όσες επιθυμούν να γίνουν μητέρες να μην αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στην οικογένεια και την επαγγελματική ή οικονομική τους ανεξαρτησία.
Και, όπως υποστηρίζει η Viva Hammer, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πιο ρεαλιστικός στόχος από την προσπάθεια να αυξηθούν οι γεννήσεις αποκλειστικά μέσω οικονομικών παροχών.
























