Σημαντική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων για το 2025 κατέγραψε η ελληνική οικονομία, με το πρωτογενές πλεόνασμα να αναμένεται να ξεπεράσει το 4,4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα. Η εξέλιξη αυτή, η οποία αναμένεται να πιστοποιηθεί επίσημα από τη Eurostat την προσεχή Τετάρτη, δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο στην Κυβέρνηση για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και την αντιμετώπιση των οικονομικών πιέσεων που προκαλεί ο πόλεμος στον Περσικό.
Υπέρβαση στόχων και δημοσιονομικός χώρος
Ενώ ο αρχικός κυβερνητικός σχεδιασμός προέβλεπε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,7%, τα νέα στοιχεία δείχνουν μια δυναμική που υπερβαίνει κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι ο διαθέσιμος χώρος για παρεμβάσεις είναι ίσως μεγαλύτερος από ό,τι υπολογιζόταν μέχρι σήμερα.
Ωστόσο, ο κεντρικός τραπεζίτης έθεσε σαφείς προϋποθέσεις για τη διαχείριση αυτού του πλεονάσματος, τονίζοντας ότι η όποια στήριξη προς τους πολίτες πρέπει να διέπεται από τρεις βασικές αρχές:
- Συγκεκριμένο πλαίσιο: Σαφής προσδιορισμός των αναγκών.
- Προσωρινός χαρακτήρας: Αποφυγή μόνιμων επιβαρύνσεων στον προϋπολογισμό.
- Στοχευμένη δράση: Εστίαση στις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Το πρόβλημα του πληθωρισμού και ο ανταγωνισμός
Αναφορικά με το μέτωπο της ακρίβειας, ο διοικητής της ΤτΕ επισήμανε ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει κατά 1% υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ο ίδιος απέδωσε το φαινόμενο στο «θετικό παραγωγικό κενό», όπου η αυξημένη ζήτηση υπερκαλύπτει τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, αλλά και σε δομικά προβλήματα της αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, κάλεσε την Κυβέρνηση να επικεντρωθεί στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και την άρση των εμποδίων για την είσοδο νέων επιχειρήσεων σε κλάδους με υψηλή συγκέντρωση, ώστε να περιοριστούν οι τιμές μέσω της λειτουργίας της αγοράς.
Επαναξιολόγηση φοροαπαλλαγών
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα των φοροαπαλλαγών, με τον κ. Στουρνάρα να ξεκαθαρίζει ότι η ΤτΕ δεν ζητά την κατάργησή τους, αλλά τον επαναπροσδιορισμό τους. Πρότεινε μάλιστα τη σύσταση μιας νέας επιτροπής (στα πρότυπα της Επιτροπής Γεωργακόπουλου) για να εξετάσει το συνολικό φορολογικό βάρος.
Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι οι υφιστάμενες φοροαπαλλαγές στον ΦΠΑ έχουν ήδη οδηγήσει σε μειωμένα έσοδα, γεγονός που καθιστά τη συζήτηση για περαιτέρω οριζόντιες μειώσεις του συντελεστή λιγότερο επίκαιρη από την ανάγκη για καλύτερη στόχευση των κοινωνικών και οικονομικών στόχων.























