Η Ελλάδα κάνει το μεγαλύτερο αμυντικό άλμα της σύγχρονης ιστορίας της, αποκτώντας επιτέλους ένα ενιαίο, πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας νέας γενιάς που θα προστατεύει την επικράτεια από αεροσκάφη, drones, πυραύλους και βαλλιστικούς πυραύλους. Το πράσινο φως δόθηκε στη συνεδρίαση της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Εξοπλιστικών Προγραμμάτων της Βουλής, με το πρόγραμμα Ελληνικός Θόλος αεράμυνας να εντάσσεται στο Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών 2025–2036 συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ. Οι τελικές υπογραφές αναμένονται τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου, ενώ οι παραδόσεις ισραηλινών αμυντικών συστημάτων στην Ελλάδα έχουν υποσχεθεί εντός 12 έως 18 μηνών.
Τι είπε ο Δένδιας — ο «θόλος» με πολλαπλά επίπεδα
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ήταν σαφής: η αναγκαιότητα του συστήματος έχει αποδειχθεί στο πεδίο των συγκρούσεων, και η Ελλάδα δημιουργεί έναν θόλο προστασίας με πολλαπλά επίπεδα αντιμετώπισης όλων των σύγχρονων απειλών. Πρόσθεσε ότι στην παραγωγή των συστημάτων θα συμμετέχουν ελληνικές εταιρείες με ποσοστό τουλάχιστον 25%.
Το επόμενο βήμα είναι η έγκριση από το ΚΥΣΕΑ, που αναμένεται να συνεδριάσει εντός των επόμενων ημερών. Οι διαπραγματεύσεις της ΓΔΑΕΕ και του ΓΕΕΘΑ με τις ισραηλινές εταιρείες έχουν ωριμάσει εδώ και καιρό, και η συμφωνία θα συναφθεί σε μορφή G2G — δηλαδή κυβέρνηση προς κυβέρνηση — όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα εξοπλιστικά προγράμματα. Μάλιστα, στο πακέτο των 3 δισ. ευρώ έχουν ενταχθεί επιπλέον παροχές σε συστήματα από την ισραηλινή πλευρά.
Τα οπλικά συστήματα — ποιο αντικαθιστά τι
Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε τρεις παράλληλες επιτροπές με τις ισραηλινές εταιρείες Israel Aerospace Industries (IAI) και Rafael, και αφορούν τα εξής συστήματα:
- Spyder (Rafael): Πύραυλοι αντιαεροπορικής άμυνας με βεληνεκή 15, 20 και 40 χλμ., που θα αντικαταστήσουν τα παλαιά ανατολικής προέλευσης OSA-AK και TOR M1.
- David’s Sling (Rafael): Σύστημα αναχαίτισης βαλλιστικών και μακράς εμβέλειας πυραύλων, που προορίζεται να αντικαταστήσει τους S-300.
- Barak MX (IAI): Η ραχοκοκαλιά του Θόλου, με τρεις τύπους πυραύλων εμβέλειας 35 έως 150 χλμ., που θα αντικαταστήσει τα παλαιά συστήματα τύπου Hawk.
- Ραντάρ EL/M-2084 MMR (ELTA/IAI): Κινητά ραντάρ αιχμής που παρακολουθούν έως 1.200 στόχους σε εμβέλεια 475 χλμ. και 200 στόχους όπλων σε 100 χλμ., για τις ανάγκες του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου της Πολεμικής Αεροπορίας.
- C4I: Σύστημα διοίκησης, ελέγχου, επικοινωνιών, υπολογιστών και πληροφοριών που θα κατασκευαστεί στην Ελλάδα σε συνεργασία με εγχώριες εταιρείες.
Παράλληλα, υπάρχει ενδιαφέρον να ενταχθεί στο σύστημα και ο βαλλιστικός πύραυλος LORA (Long-Range Artillery) της IAI με εμβέλεια 430 χιλιομέτρων, σχεδιασμένος να διεισδύει βαθιά στο εχθρικό έδαφος. Να υπενθυμίσουμε ότι έχει ήδη εγκριθεί η απόκτηση 36 πολλαπλών εκτοξευτών PULS από την ισραηλινή Elbit, κόστους περίπου 650 εκατ. ευρώ, που θα συμπληρώνει τον Θόλο.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο
Η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στην αμυντική βιομηχανία αποτελεί κεντρικό στοιχείο του προγράμματος. Η IAI, ιδιοκτήτρια της Intracom Defense εδώ και τρία χρόνια, έχει ήδη υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), όπου σχεδιάζεται γραμμή παραγωγής για το Barak, αλλά και με την ΕΑΒ, με την οποία έχει ξεκινήσει MoU συμπαραγωγής για το υποβρύχιο «Γαλάζια Φάλαινα». Πρόσφατα ανακοίνωσε επίσης την επιτυχημένη ενσωμάτωση στο Barak του αντι-drone συστήματος Κένταυρος. Συνεργασίες έχουν επίσης ανακοινωθεί με Metlen, MILTECH, ΑΚΜΩΝ, Ναυπηγεία Σαλαμίνας και Scytalys, μεταξύ άλλων.
Και άλλα εξοπλιστικά πήραν το πράσινο φως
Κατά τη χθεσινή συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής εγκρίθηκε και μια σειρά επιπλέον προγραμμάτων:
- Δημιουργία υποδομών για την επιχειρησιακή ένταξη των F-35 στην Ανδραβίδα, κόστους περίπου 300 εκατ. ευρώ.
- Αναβάθμιση 38 F-16 Block 50 σε επίπεδο Viper, ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει πάνω από 100 F-16 Viper, με κόστος λίγο πάνω από 1 δισ. ευρώ.
- Εκσυγχρονισμός φρεγατών MEKO, κόστους 300 εκατ. ευρώ.
- Σειρά προγραμμάτων υποστήριξης αεροσκαφών «Follow On Support», μεταξύ των οποίων και των μεταγωγικών C-27.
Συνολικά, τα εξοπλιστικά προγράμματα που έλαβαν χθες έγκριση έχουν συνολικό κόστος περίπου 5 δισ. ευρώ.





























