Print this page

H Βιοποικιλότητα της Αμπέλου στη Δυτική Μακεδονία

By Μαρτίου 22, 2018

Η καλλιέργεια της αμπέλου στη Δυτική Μακεδονία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Σημαντικές γραπτές αναφορές έχουμε από φορολογικές καταγραφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Καζάς των Σερβίων του 1528) και των περιηγητών Πούκεβιλ και Ληκ στις αρχές του 19ου αιώνα.

Οι μεγάλες εδαφοκλιματικές διαφορές, η γεωγραφική απομόνωση, η δυσκολία στις μετακινήσεις και η διαφορετική παραγωγική κατεύθυνση των ποικιλιών συνέβαλαν στη διαμόρφωση της πολύ μεγάλης ποικιλομορφίας στις ποικιλίες της αμπέλου, ακόμη και στη δημιουργία κλώνων σε κάποιες από αυτές.

Το εύρος των μικροκλιμάτων στα αμπελοτόπια είναι εντυπωσιακό, αφού κυμαίνεται από ψυχρό ηπειρωτικό με σχετικά δροσερά καλοκαίρια στις ορεινές περιοχές (Οροπέδιο Φλώρινας και Αμυνταίου, Άνω Βόϊο Κοζάνης), έως και παραθαλάσσιο μεσογειακό με ήπιους χειμώνες και ζεστό καλοκαίρι στην παραλίμνια περιοχή της Τεχνητής Λίμνης Πολυφύτου. Στις περισσότερες περιοχές πνέουν σχεδόν όλο το χρόνο βόρειοι ξηροί άνεμοι, συμβάλλοντας στη δημιουργία υγιεινού και ξηρού κλίματος, που μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης ασθενειών και περιορίζει τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η μέση θερμοκρασία είναι 12-14°C. Το καλοκαίρι κυμαίνεται μεταξύ 22-30°C, ενώ το χειμώνα το θερμόμετρο δείχνει πολλές φορές κάτω από το μηδέν. Σημαντική η συμβολή των πολλών λιμνών στη διαμόρφωση του κλίματος, στις παραλίμνιες περιοχές.

Για παράδειγμα, πριν την δημιουργία της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, η μέση θερμοκρασία ήταν πιο χαμηλή το χειμώνα και πιο υψηλή το καλοκαίρι, χαρακτηριστικά δηλαδή ηπειρωτικού κλίματος, ενώ μετά τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης αυτή ήταν το χειμώνα αυξημένη κατά 1 οC περίπου και το καλοκαίρι μειωμένη κατά 1 οC. Διαπιστώνεται δηλαδή, μια ομαλοποίηση της κατανομής της θερμοκρασίας στη διάρκεια του έτους και φυσικά μια μετεξέλιξη του ηπειρωτικού κλίματος.

Τα αμπέλια ήταν φυτεμένα κυρίως στις πλαγιές των βουνών και λόφων της περιοχής και λιγότερα σε επίπεδες εκτάσεις, επιτρέποντας στα ομβροκατακρημνίσματα να στραγγίζουν γρήγορα. Τα εδάφη, συνήθως αργιλοασβεστώδη και αργιλοαμμώδη, ευνοούν την ανάπτυξη των αμπελιών. Στα χωριά που είχαν περισσότερο ανεπτυγμένη την γεωργία, οπότε και καλλιεργούσαν τα καλύτερα χωράφια με τις υπόλοιπες καλλιέργειες (καπνά, καλαμπόκι, λαχανικά, μποστάνια, τριφύλλι και σιτηρά), τα αμπέλια αναγκαστικά φυτεύτηκαν σε λιγότερο γόνιμα εδάφη έως και σε άγονα-οριακά εδάφη, αρκετά πετρώδη στα οποία όμως το ευλογημένο αμπέλι μπόρεσε και απέδωσε. Γενικά οι αποδόσεις ήταν σχετικά μικρές με ποιοτικά όμως χαρακτηριστικά.

Οι ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην ευρύτερη περιοχή ήταν το Ξινόμαυρο (Κρασοστάφυλο, Ξινοστάφυλο, Ξινόκαλτσο), το Μοσχόμαυρο (Μοσχομαύρο, Μοσχόκαλτσο), το Νιγρικιώτικο, το Βουλγάρικο, το Νεύρο ή Σκλήθρο, η Αλεποουρά, οι Κοκκινούσκες, τα Μοσχάτα (λευκά-μοσχοστάφυλα και μαύρα), η Νεροντέμπινα, το Χονδρομαύρο, οι Βάψες, τα Κορίθια (λευκά και κόκκινα), το Χαβούζαλι, το Σταυρωτό και τα Γαλλικά (παλιά υβρίδια με έγχρωμη σάρκα που ήρθαν στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα μετά την καταστροφή των αυτόριζων αμπελιών από την φυλλοξήρα).

Η γεωγραφική απομόνωση ή η ιδιαιτερότητα ορισμένων περιοχών, όπως για παράδειγμα του Τρίκωμου (Ζάλοβο) Γρεβενών, οδήγησε στην επικράτηση ιδιαίτερων ποικιλιών όπως το Ζαλοβίτικο. Στο Κοσταράζι Καστοριάς επικράτησε το Κοσταραζνό, ενώ στο Βελβενδό το Ξινόμαυρο Βελβενδού (κλώνος του Ξινόμαυρου), η Αλπίτσα, ο Ντόγκος, η Πιτσιάρα (Πιτσιάρικο) και ο Τσαπουρνάκος. Ο Lambert-Gocs αναφέρει και την ποικιλία βαλάντοβο (Miles, Lambert-Gocs, 1993).

Τέλος οι ιδιαίτερες χρήσεις, συνήθειες και τα πολλά παράλληλα προϊόντα από την μεταποίηση των σταφυλιών συνέβαλαν στην καλλιέργεια υπερόψιμων ή με καλή μετασυλλεκτική αντοχή ποικιλιών που εξυπηρετούσαν την παρασκευή της σταφυλαρμιάς, το κρέμασμα ή και το λιάσιμο των σταφυλιών.

 Ευθύμιος Αθ. Μπατιάνης
Γεωπόνος-Οινολόγος M.Sc.
Τμήμα Φυτικής και Ζωϊκής Παραγωγής
Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας
Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας

Related items