Στη Φλώρινα συνελήφθησαν μια 32χρονη και ένας 40χρονος, μέλη εγκληματικής οργάνωσης που διέπραττε τηλεφωνικές απάτες προσποιούμενοι τους λογιστές. Οι δράστες απέσπασαν συνολικά 14.750 ευρώ και κοσμήματα αξίας άνω των 12.000 ευρώ από τέσσερις πολίτες. Η αστυνομία εξιχνίασε τέσσερις περιπτώσεις, ενώ αναζητούνται ακόμη τρεις συνεργοί τους.
Το χρονικό της σύλληψης και η δράση της οργάνωσης
Μετά από συντονισμένη επιχείρηση των αστυνομικών αρχών της Φλώρινας (Τμήμα Δίωξης, Ο.Π.Κ.Ε., ΔΙ.ΑΣ. και Συνοριακή Φύλαξη Κάτω Κλεινών), εντοπίστηκαν το μεσημέρι της 7ης Μαΐου 2026 οι δύο δράστες να επιβαίνουν σε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο 40χρονος οδηγός δεν συμμορφώθηκε σε σήμα στάσης, αναπτύσσοντας ταχύτητα για να διαφύγει, ωστόσο το όχημα ακινητοποιήθηκε άμεσα και οι επιβάτες συνελήφθησαν.
Η μεθοδολογία της οργάνωσης βασιζόταν σε τηλεφωνήματα προς ανυποψίαστους πολίτες. Άγνωστος συνεργός παρουσιαζόταν ως λογιστής και, με το πρόσχημα της αναγκαστικής καταγραφής χρημάτων και τιμαλφών για τη διασφάλισή τους, έπειθε τα θύματα να παραδώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η 32χρονη είχε αναλάβει τον ρόλο του «εισπράκτορα», παραλαμβάνοντας τα κλοπιμαία απευθείας από τις παθούσες.
Τα ευρήματα και οι κατηγορίες
Από την αστυνομική έρευνα προέκυψε ότι η δράση της οργάνωσης κατά το διάστημα 5 έως 7 Μαΐου περιελάμβανε:
- 7 Μαΐου: Παραλαβή κοσμημάτων αξίας 12.000 ευρώ και 750 ευρώ από δύο γυναίκες.
- 7 Μαΐου: Έτερο μέλος της σπείρας απέσπασε από τρίτη παθούσα 11.500 ευρώ, λίρες και κοσμήματα.
- 5 Μαΐου: Η 32χρονη αφαίρεσε από τέταρτο θύμα 10 λίρες, χρυσαφικά και 2.500 ευρώ.
Στην κατοχή των συλληφθέντων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κοσμήματα, το ποσό των 1.015 ευρώ (μέρος των οποίων αποδόθηκε στα θύματα), δύο κινητά τηλέφωνα και το αυτοκίνητο του 40χρονου. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτη, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απείθεια και επικίνδυνη οδήγηση.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Φλώρινας, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται από το Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων για την ταυτοποίηση των τριών ασύλληπτων μελών και τη διερεύνηση τυχόν εμπλοκής τους σε άλλες αξιόποινες πράξεις.
























