Η ΔΕΗ σχεδιάζει να μεταμορφώσει την Κοζάνη σε έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους ενεργειακής και ψηφιακής υποδομής στη ΝΑ Ευρώπη, υπό την ώθηση που δίνει η παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και των data centers. Η επιχείρηση, έχοντας ολοκληρώσει με επιτυχία την πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, υλοποιεί ένα γιγαντιαίο τεχνολογικό project για την ανάπτυξη hyperscale υποδομών cloud και AI στη Δυτική Μακεδονία, με τις συνολικές επενδύσεις για υποδομή 300 MW να εκτιμώνται στα 8 έως 10 δισ. ευρώ.
Το επενδυτικό πλάνο των 300 MW και η συνεργασία με hyperscalers
Το στρατηγικό σχέδιο της εταιρείας εισέρχεται στο επόμενο κεφάλαιο του εταιρικού μετασχηματισμού του ομίλου, τοποθετώντας στο επίκεντρο τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την περιφερειακή επέκταση και τα μεγάλης κλίμακας κέντρα δεδομένων. Η πρώτη φάση του έργου έχει ορίζοντα υλοποίησης το έτος 2028 και αφορά υποδομή ισχύος 300 MW, η οποία αποτελεί το πρώτο στάδιο ενός δυνητικού giga-scale project που μπορεί να φτάσει έως και το 1 GW.
Για αυτή την εναρκτήρια φάση, η επιχείρηση υπολογίζεται να διαθέσει ίδια κεφάλαια ύψους 1,2 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 5% του συνολικού στρατηγικού επενδυτικού πλάνου της, το οποίο ανέρχεται στα 24 δισ. ευρώ έως το 2030. Οι συγκεκριμένες δαπάνες θα κατευθυνθούν στο ενεργειακό και κατασκευαστικό σκέλος:
- Στην ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων
- Στην κατασκευή των απαραίτητων υποσταθμών
- Στην εγκατάσταση των συστημάτων ψύξης
- Στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές
Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται το ενεργειακό και τεχνολογικό «κέλυφος» επάνω στο οποίο διεθνείς τεχνολογικοί όμιλοι (hyperscalers) αμερικανικής προέλευσης θα αναπτύξουν τις δικές τους ψηφιακές υποδομές. Οι διαπραγματεύσεις με τους συγκεκριμένους εταίρους βρίσκονται σε πολύ ώριμο στάδιο, με τη διοίκηση να προβλέπει την οριστικοποίηση της συμφωνίας μέσα στο επόμενο τρίμηνο ή το αργότερο εξάμηνο του έτους, χωρίς να αποκλείονται ανακοινώσεις και νωρίτερα.
Το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής δαπάνης θα καλυφθεί στη συνέχεια από τους διεθνείς εταίρους, οι οποίοι θα επενδύσουν αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ για την εγκατάσταση servers, GPU clusters τεχνητής νοημοσύνης, αποθηκευτικών συστημάτων και δικτύων υπερυψηλών ταχυτήτων. Το κόστος για υποδομή 300 MW μπορεί να αγγίξει τα 8 με 10 δισ. ευρώ, ενώ σε περίπτωση επέκτασης της δυναμικότητας στο 1 GW, οι συνολικές επενδύσεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 20 δισ. ευρώ.
Το καθετοποιημένο μοντέλο και το behind-the-meter campus στην Κοζάνη
Η στρατηγική της επιχείρησης δεν περιορίζεται στον ρόλο του απλού ιδιοκτήτη ακινήτων ή παρόχου χώρου φιλοξενίας servers. Αντίθετα, επιδιώκει την εφαρμογή ενός πλήρως καθετοποιημένου μοντέλου (vertically integrated data center strategy), ελέγχοντας το σύνολο των κρίσιμων υποδομών του project. Ο σχεδιασμός προβλέπει τον συνδυασμό υπό ενιαίο έλεγχο των εξής στοιχείων:
- Παραγωγή ενέργειας και ΑΠΕ
- Συστήματα αποθήκευσης και δίκτυα
- Οπτικές ίνες και τηλεπικοινωνιακές υποδομές
- Γη και ενεργειακές συμβάσεις τροφοδοσίας
Στην πράξη, η Κοζάνη σχεδιάζεται ως ένα «behind-the-meter» ενεργειακό και ψηφιακό cluster. Αυτό σημαίνει ότι η νέα παραγωγή από φωτοβολταϊκά πάρκα, μονάδες φυσικού αερίου και συστήματα αποθήκευσης θα τροφοδοτεί απευθείας τα data centers. Η μέθοδος αυτή περιορίζει την επιβάρυνση του συστήματος μεταφοράς και αυξάνει την ενεργειακή αποδοτικότητα, προσφέροντας άμεση πρόσβαση σε μεγάλη ισχύ και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα για τους διεθνείς επενδυτές.
Αυτό το νέο επενδυτικό story, μαζί με την επέκταση εκτός Ελλάδας, αποτέλεσε βασικό παράγοντα προσέλκυσης κεφαλαίων. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Γιώργος Στάσσης, στο περιθώριο της διαπραγμάτευσης των νέων μετοχών στο χρηματιστήριο, η άντληση 4,5 δισ. ευρώ από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και τη διάθεση ιδίων μετοχών, καθώς και οι συνολικές προσφορές που έφτασαν τα 18 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνουν την εμπιστοσύνη της αγοράς στη στρατηγική της εταιρείας.
Το επενδυτικό κενό στην Ευρώπη και ο χάρτης των Data Centers
Στην παρουσίαση που πραγματοποίησε η διοίκηση προς τους αναλυτές τον Απρίλιο, περιγράφεται μια ευρωπαϊκή αγορά που εισέρχεται σε φάση εκρηκτικής ανάπτυξης. Η παγκόσμια ζήτηση για κέντρα δεδομένων αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί μέσα σε πέντε χρόνια, σημειώνοντας άνοδο από τα 78 GW το 2025 στα 163 GW το 2030, λόγω των υπολογιστικών φορτίων (AI workloads) που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη.
Στην Ευρώπη ειδικότερα, η ζήτηση αναμένεται να εκτιναχθεί στα 28 GW έως το 2030, από περίπου 14 GW το 2025 και 10 GW το 2020. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή βρίσκονται υπό κατασκευή νέα έργα ισχύος μόλις 2,7 GW, γεγονός που δημιουργεί ένα επενδυτικό κενό υποδομών της τάξεως των 11 GW, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες AI, cloud και sovereignty infrastructure.
Το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται πλέον στη δυνατότητα πρόσβασης σε ηλεκτρική ισχύ και δίκτυα. Στις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές —τη Φρανκφούρτη, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ, το Παρίσι και το Δουβλίνο— οι χρόνοι αναμονής για νέα σύνδεση στο δίκτυο ξεπερνούν τα δέκα έτη, ενώ ο διαθέσιμος χώρος με έτοιμη παροχή ισχύος (ready-to-power) έχει υποχωρήσει κάτω από το 5%. Αυτός ο περιορισμός αναμένεται να μετακινήσει τις νέες μεγάλες επενδύσεις προς αναδυόμενες αγορές, όπως η Νότια Ευρώπη και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες διαθέτουν ελεύθερη γη, νέα παραγωγή από ΑΠΕ και τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη mega-campus άνω των 100 MW.
























