Έχει δίκιο ο φίλος μου ο Νίκος που παραθερίζει κάθε χρόνο στη Σαμαρίνα, το ψηλότερο χωριό της Ελλάδας και των Βαλκανίων, χτισμένη σε υψόμετρο 1.600 μέτρων στις πλαγιές του βουνού Σμόλικα. Την έβγαλε δροσερά, ήρεμα και, κυρίως, οικονομικά.
Εγώ, αντίθετα, έκανα το λάθος να ακούσω τη γυναίκα μου που επέμενε να πάμε σε νησί. Ταλαιπωρία με το πλοίο, δύο ώρες ορθοστασία αναμονή να επιβιβαστούμε, 7 μποφόρ φουρτούνα, πανάκριβο το ξενοδοχείο και οι ταβέρνες, μέρα-νύχτα θόρυβος έσπασαν τα νεύρα μου, αφόρητος καύσωνας, χώρια που μάς έφαγαν τα κουνούπια. Και ο λογαριασμός: πολύ αλμυρός, μια ολόκληρη περιουσία…
Να πώς την έβγαλε πάμφθηνα ο φίλος μου ο Νίκος: Ανάμεσα στα πεύκα και το οξυγόνο, δροσιά, ηρεμία, κρύο νερό, καφενείο κάτω από τα πλατάνια, πρέφα, καρυδάκι γλυκό, περίπατος δίπλα στο ποτάμι, ρίγανη αγριοφράουλες και μανιτάρια, σούβλες, κοκορέτσια, παϊδάκια αρνίσια, πίτες, κλέφτικο του τσομπάνη, κοψίδια, φασουλάδα, γίδα βραστή, τη νύχτα απόλυτη ησυχία και … κρύο, σκεπάζονταν με κουβέρτα!
Ό,τι και να πει, έχει δίκιο:
– Γιατί τα πρόβατα το καλοκαίρι οι κεχαγιάδες τα ανεβάζουν ψηλά στο βουνό;
– Γιατί οι αρχαίοι δώδεκα θεοί ζούσαν ψηλά στα βουνά, τον Όλυμπο, τον Παρνασσό και τον Ψηλορείτη;























