Ζέστη στην καλοκαιριάτικη Αθήνα. Το πουκάμισα μούσκεμα στον ιδρώτα, η αναπνοή γρήγορη, τα βήματα των ανθρώπων που τολμούσαν να διασχίσουν το πύρινο ασφάλτινο καμίνι, βαριά.
Ευτυχώς που υπάρχει και το ερκοντίσιον σκέφθηκε, καθώς ετοιμάζονταν να ανοίξει την πρωινή ατζέντα του γραφείου του, που βρίσκονταν κοντά στην Πλατεία Καραϊσκάκη.
Άρχισε να μεσημεριάζει και ακόμα δεν είχε μυαλό στη δουλειά του. Θες η ζέστη, θες η καλοκαιρινή ραστώνη, θες η σχεδόν άδεια Αθήνα, που σε έκανε να αισθάνεσαι σαν αιχμάλωτος του συστήματος, όλα αυτά βοηθούσαν στην τρελή απόφαση να το σκάσεις. Για πού δεν έχει σημασία, αφού σαν φυγάς δεν ενδιαφέρεσαι που είναι καλύτερα, αλλά που είναι πιο ασφαλή.
Ξαφνικά έξω από το κλειστό παράθυρο, ακούστηκε μια φάλτσα φωνή που έβγαινε από ένα ξεδοντιασμένο στόμα, αφού τα σύμφωνα προφέρονταν μισά και σφυριχτά.. Ακούστηκε ένα τραγούδι, κάτι σαν Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Τσαουσάκη ίσως.
Παραξενεύτηκε όχι για το αποκρουστικό ακρόαμα, αλλά για το ποιος αυτή την καταραμένη ώρα είχε διάθεση και τραγουδούσε.
Άνοιξε το παράθυρο και αντίκρισε ένα φτωχό περιπλανώμενο μεσήλικα να ψάχνει τον κάδο απορριμμάτων. Έστειλε και τον έφεραν μπροστά του.
Να σου δώσω ένα κουπόνι να τρως στη λέσχη μου, του είπε ο οικοδεσπότης. Να πάψεις να σκαλίζεις τους κάδους. Δεν δέχομαι την προσφορά σου, του απάντησε, χωρίς να το σκεφθεί. Μα είσαι τόσο εγωιστής που είναι κρίμα να στερείσαι ένα πιάτο φαγητό που σου προσφέρω. Πρώτον, δεν δέχομαι την προσφορά σου γιατί δεν μπορώ να στη ξεπληρώσω. Δεύτερον, δεν δέχομαι γιατί θα γίνω δυστυχισμένος αν εξασφαλίσω το φαγητό μου, απάντησε.
Τέλος πάντων που βρίσκεις αυτή τη διάθεση και τραγουδάς; Και τα πουλιά το ίδιο δεν κάνουν; Και αυτά δεν ψάχνουν για τα σκουπίδια σας; Και τραγουδάνε, απάντησε. Αν τα κλείσεις σε κλουβί και τα ταΐζεις θα τραγουδάνε; Βρες μου ένα αηδόνι σε κλουβί, τον αποστόμωσε.
Ο επισκέπτης δεν κάμφθηκε από τις προσφορές του οικοδεσπότη. Ο τελευταίος κάθε μέρα πριν το μεσημέρι κρεμούσε στον κάδο μια σακουλίτσα με σάντουιτς και νερό. Ο επισκέπτης του κάδου κάθε μέρα έπαιρνε τη σακούλα και γύριζε το κεφάλι του προς το παράθυρο σα να έγνεφε ευχαριστώ, προς τον ευεργέτη του.
Κάποια μέρα η σακούλα έμεινε άθικτη. Άθικτη έμεινε και τις επόμενες ημέρες. Τηλεφώνησε στην Άμεσο Δράση και ρώτησε αν βρέθηκε κάποιος ρακοσυλλέκτης στην περιοχή του νεκρός. Η επιβεβαίωση τον άφησε μια πίκρα στο στόμα και ένα δάκρυ στο μάτι.
Την ημέρα εκείνη, πήρε το μάθημά του. Φεύγοντας από το γραφείο του νικημένος κατά κράτος, θυμήθηκε την αρχή του «Αν» του Κίπλιγκ, που έλεγε :Αν είναι δυνατό τα λογικά σου να κρατάς όταν τριγύρω χαμένα τα ‘χουν όλοι και πάνωθέ σου ρίχνουνε την ταραχή τους την αιτία…»
Θυμήθηκε επίσης τη ευαγγελική ρήση «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» Ουσιαστικά οι πλούσιοι φτωχαίνουν και πεινάνε. Οι φτωχοί αρκούνται στα ελάχιστα και είναι ευχαριστημένοι που τα εξασφαλίζουν, σαν τα σπουργίτια που χαίρονται ένα σποράκι ή μια ρόγα από σταφύλι.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ με επιστολή του ευχαρίστησε τον καταδότη του που τον έβαλε φυλακή γιατί κατάλαβε ότι ο άνθρωπος ζει και με ελάχιστα πράγματα!!!
Καλή Παναγιά!!!























