Στρογγυλοκάθισε στον αγαπημένο του καναπέ. Κάθε πρωί ο καφές αχνιστός και ένα ποτήρι νερό, μαζί με το χάπι της πίεσης τον περίμενε στην ώρα του.
του Κων/νου Τζέκη
Ρούφηξε μια γουλιά καφέ, μόρφασε ευχάριστα από την ικανοποίηση και άνοιξε την τηλεόραση. Το κανάλι, φιλοξενούσε πολιτικούς που μάλωναν για την καθημερινότητα. Γύρισε κανάλι, το ίδιο. Άλλο κανάλι το ίδιο. Όλα τα πρωινάδικα φιλοξενούσαν περισπούδαστους και μαθουσάλες όλων των πραγμάτων ανεξαιρέτως. Το παράξενο ήταν ότι όλοι τους είχαν τελειώσει την ίδια σχολή με τον ίδιο δάσκαλο. Όλοι τους έλεγαν τα ίδια. Με τις ίδιες λέξεις. Οι μεν υπερασπίζονταν την αλήθεια και κατηγορούσαν τους άλλους για ψεύτες και οι δε υπερασπίζονταν και αυτοί το μοναδικό τους προσόν, την αλήθεια και πάει λέγοντας.
Στο ενδιάμεσο οι δημοσιογράφοι ανακοίνωναν ειδήσεις για δολοφονίες, τροχαία, εγκλήματα, ναρκωτικά, ληστείες. Όλο το υπόλοιπο κομμάτι των εκπομπών ήταν ένα αστυνομικό ρεπορτάζ. Παντού εικόνα γκανγκστερικής ταινίας σε ένα πολεμικό περιβάλλον.
Σ’ αυτό βέβαια εξέχουσα θέση τα Ελληνοτουρκικά. Άντε και το πρόσφατο προσφιλές στα ΜΜΕ με τους μετανάστες.
Σκέφθηκε γιατί η Αστυνομία δεν κάνει δικό της κανάλι να τα οικονομήσει το κράτος, αφού όλη η ειδησεογραφία είναι αστυνομικού ενδιαφέροντος. Χαμογέλασε, στην ιδέα αυτή.
Θυμήθηκε το πολεμικό και τραγικό συνάμα ανακοινωθέν της Δημοσιογράφου που προσπαθούσε να περιγράψει μια πυρκαγιά, αγκομαχώντας σαν φορτηγό στην ανηφόρα και καταϊδρωμένη, λες και το περιβάλλον ήταν στατικό σαν το τροχαίο ας πούμε.
Θυμήθηκε πως χιλιάδες αδέσποτα επιτίθενται στους δρόμους με τους Δήμους να σφυρίζουν αδιάφορα και να μην τους νοιάζει εκτός και αν ο Εισαγγελέας τους καλεί σε απολογία για δάγκωμα πολίτη.
Θυμήθηκε τους πυροπαθείς πολίτες, αλλά και τους εκατοντάδες εμπρηστές, την κοπέλα του γείτονα που είναι ευειδής και την ξετρελαίνουν στην παρενόχληση οι ευκαιριακοί εργοδότες της, το φτωχό παιδάκι που βιάστηκε από τον γυμναστή του που τον εμπιστεύθηκε η οικογένειά του, τις γυναικοκτονίες που πληθαίνουν, τους μαϊμού γεωργούς με τα χιλιάδες στρέμματα στη…θάλασσα, τους κτηνοτρόφους που μπερδεύουν τα αρνιά με τα κατσίκια, τους δήθεν παραγωγούς των λαϊκών που πουλάνε ντόπιες μπανάνες και αβοκάντο.
Θυμήθηκε τα ναρκωτικά στα σχολεία, τους νεαρούς απροστάτευτους χρήστες, τους χρήστες οδηγούς που η πολιτεία ακόμη να εφαρμόσει το ναρκοτέστ στους δρόμους – γιατί άραγε;-και γενικά την κοινωνία να κωφεύει, σ’ αυτήν την σιωπηλή κραυγή μιας κατεστραμμένης νεολαίας.
Πουθενά στην πολιτική συζήτηση η πραγματικότητα. Μόνο ουτοπία. Άντε και για να συμμαζευόμαστε και καμιά κορώνα του Ερτογάν.
Έκλεισε την τηλεόραση. Σε λίγο κουδούνισε το κινητό του.
Ήταν από έναν πολιτικό φορέα που τον καλούσε σε συγκέντρωση που θα μιλούσε ο τάδε πολιτικός και που θα άξιζε να παρακολουθήσει.
Ένας πλανόδιος μάζευε αντικείμενα. Τον σταμάτησε και του χάρισε την τηλεόραση και το κινητό του.
Απελευθερωμένος, ρούφηξε τον καφέ του. Επανήλθε στην πραγματικότητα του.























