Την 29η Μαΐου ο Ελληνισμός θα πρέπει να θυμάται την αποφράδα ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να θυμάται ότι η διχόνοια, το αδελφικό μίσος για τα επουσιώδη δεν οδηγούν παρά μόνο στην καταστροφή.
Του Κων/νου Τζέκη
Όπως τότε, όπως πάντοτε.
Μήνες πριν την πολιορκία ο Μωάμεθ κατασκεύασε και προσπάθησε να αποκλείσει τον Κεράτιο Κόλπο και να αποκόψει την επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τον έξω κόσμο.
Ο Μωάμεθ συμπλήρωσε τις προετοιμασίες του και αφού συγκέντρωσε 258.000 στρατού και στόλο από 200 πλοία, άρχισε στις αρχές Απριλίου 1453 την στενή πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από ξηράς και από θαλάσσης.
Ο στόλος του Μωάμεθ συμπληρώθηκε κατά τον ιστορικό Γ. Φραντζή την 15 Απριλίου με νέα δύναμη από 18 τριήρεις, 48 διήρεις, 25 δρόμωνες (φορτία εφοδιασμού) και άλλα μικρότερα πλοία. Ο στόλος του Μωάμεθ συνολικά αποτελούνταν από 420 πλοία κάθε κατηγορίας και τύπου.
Ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι η συνολική ναυτική δύναμη του Μωάμεθ αποτελούνταν από 30 τριήρεις και άλλα 200 περίπου μικρότερα πλοία.
Το χρονικό της πολιορκίας η οποία αποτέλεσε την τελική φάση της επιθανάτιας αγωνίας της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας, έχει περιγράψει με λεπτομέρειες πληθώρα ιστορικών της εποχής εκ των οποίων αυτόπτες μάρτυρες ήταν οι εξής:
Ο Γ. Φραντζής ο οποίος απολάμβανε της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης του Αυτοκράτορα και είχε λάβει μέρος στην άμυνα της πόλης, ο Δούκας, υποστηρικτής της ένωσης των εκκλησιών, τόνιζε την ανάγκη της συνεργασίας των δύο εκκλησιών, ο Κριτόβουλος, που προσχώρησε στην υπηρεσία του Μωάμεθ και καταθέτει την άποψη του Οθωμανικού κράτους αν και ποτέ δεν επιτέθηκε εναντίον των συμπατριωτών του, καθώς και ο Ενετός Νίκολο Μπάρμπαρο, ο οποίος περιέγραψε μέρα προς μέρα τις συγκρούσεις.
Άλλοι που περιέγραψαν την άλωση αλλά δεν ήταν παρόντες ήταν ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο Γενουάτης αρχιεπίσκοπος Χίου Λεονάρδος, ο Πούσκουλος, ο Ρώσος Νέστωρ Ισκάντερ και άλλοι.
Η δύναμη του στρατού του Βυζαντίου
Έναντι της τεράστιας δύναμης τρων Τούρκων, οι πολιορκούμενοι είχαν να αντιπαραθέσουν για την άμυνά τους μόνο 4.973 άνδρες, από τους οποίους οι περισσότεροι παρατάχθηκαν κατά μήκος των τειχών προς το μέρος της ξηράς, ενώ λιγότεροι προς τα τείχη της Προποντίδας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μόνη δύναμη ως βοήθεια που έστειλε η δύση παρά τις παρακλήσεις του Αυτοκράτορα ήταν η αποστολή από την Γένουα 700 πολεμιστών με αρχηγό τους τον Ιωάννη Ιουστινιάνη. Η δύναμη επέβαινε σε δύο υπερμεγέθη πλοία.
Η δύναμη αυτή παρατάχθηκε στα τείχη προς την πλευρά της Προποντίδας. Για την άμυνα από θαλάσσης οι Βυζαντινοί διέθεταν ελάχιστα πλοία. Κατά τον Φραντζή, εκτός των ολίγων πλοίων της άλλοτε θαλασσοκράτειρας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτου βυζαντινού στόλου τις δύσκολες αυτές ώρες, εξοπλίσθηκαν εκ των ενόντων και μερικά άλλα πλοία, τα οποία βρέθηκαν τυχαίως και για εμπορικούς λόγους στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης.
Αυτά ήταν τρία πλοία από την Λιγυρία, ένα από την Ιβηρία, τρία από την Κρήτη, τρεις μεγάλες γαλέρες εμπορικές ενετικού τύπου καθώς και μερικά πλοία Γαλλικά της Προβηγκίας.
Τις πληροφορίες για την ναυτική και στρατιωτική δύναμη της Κωνσταντινούπολης, κατά την πολιορκία δίνει ο Φραντζής, στον οποίο ο Αυτοκράτορας ανέθεσε την ευθύνη ως έμπιστό του να συντάξει με τη συνεργασία των Δημάρχων και των άλλων αρμόδιων αρχόντων τον κατάλογο των μαχητών και να μεριμνήσει ταυτόχρονα για τον εφοδιασμό τους και την τροφοδοσία τους.
Ο Αυτοκράτορας, τέλος, έδωσε εντολή να μην δημοσιοποιηθούν ο αριθμός των μαχητών και να παραμείνει κρατικό μυστικό.
Τα πλοία της ολιγάριθμης δύναμης για την υπεράσπιση της πόλης παρατάχθηκαν μέσα από την αλυσίδα που έφρασσε την είσοδο του Κερατίου Κόλπου και προς την πλευρά της καλούμενης «Ωραίας Πύλης». Όπως είναι γνωστό κατά περίοδο της χιλιετίας που υπήρξε το Βυζάντιο, η αλυσίδα του Κερατίου προστάτευσε επανειλημμένα την βασιλεύουσα από εχθρικές επιδρομές από θαλάσσης.
Το φράγμα αυτό το οποίο υπήρχε σε μικρό βάθος από την επιφάνεια της θάλασσας, ήταν στερεωμένο σε ισχυρούς πασσάλους που ήταν μπηγμένοι κατά ίσα διαστήματα στο βυθό, εγκαταστάθηκε πιθανώς επί βασιλείας Τιβερίου Γ΄ κατά τα έτη 658-705 ή επί Αναστασίου Β΄ (713-718) και χρησιμοποιήθηκε σε έξι περιπτώσεις.
1).Επί Λέοντος Ίσαυρου (717-718). 2). Κατά την πολιορκία από τους Άραβες επί Μιχαήλ (820-829). 3). Κατά την ανταρσία του Θωμά του Σλάβου. 4). Επί Νικηφόρου Φωκά το έτος 969 για την απόκρουση πιθανής επίθεσης των Ρως. 5). Κατά το έτος 1204 επί Σταυροφόρων και 6). Κατά το έτος 1453.
Τα λίγα Βυζαντινά πλοία, παρά την μεγάλη δυσαναλογία πραγματικής πολεμικής ικανότητας προς τον τεράστιο όγκο του Τουρκικού στόλου, κατόρθωσαν να προασπίσουν αποτελεσματικά επί πολλές ημέρες την είσοδο του Λιμανιού.
Ο Μωάμεθ βρέθηκε μπροστά σε έναν πονοκέφαλο και εκτίμησε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει περαιτέρω αν δεν εξουδετέρωνε αυτόν τον παράγοντα.
Για τον σκοπό αυτόν ανάλαβε μια γιγαντιαία προσπάθεια κατασκευής μιας δίολκου, παρόμοια με αυτήν της διώρυγας της Κορίνθου, από του ανατολικού μέρους του Γαλατά μέχρι του αιγιαλού του Κερατίου κόλπου, με σκοπό την ρυμούλκηση των πλοίων του μέσα στον Κεράτιο κόλπο, για να θέσει τη Βυζαντινή δύναμη μεταξύ δύο πυρών και να κατορθώσει τοιουτοτρόπως να την εξουδετερώσει.
Από τις πρώτες μέρες της πολιορκίας που ουσιαστικά άρχισε την 12 Απριλίου, το Τουρκικό πυροβολικό άρχισε να βομβαρδίζει ακατάπαυστα κατά των τειχών, με σκοπό τη δημιουργία ρηγμάτων επ’ αυτών.
Κατά των πλοίων που βρίσκονταν και αμύνονταν εντός του Κερατίου, χρησιμοποιήθηκαν όλμοι που έριχναν οβίδες από τα υψώματα του Γαλατά.
Από τις πληροφορίες των σύγχρονων ιστορικών προκύπτει ότι το τουρκικό πυροβολικό περιελάμβανε βαριά πυροβόλα τριών διαφορετικών διαμετρημάτων. 1). Των 75 εκ. που έβαλαν βλήματα βάρους 1200 λίτρων. 2). Των 65 εκ. με βλήματα βάρους 800 λίτρων και 3). Των 55 εκ. με βλήματα βάρους 500 λίτρων.
Το μεγαλύτερο όμως από τα πυροβόλα της πολιορκίας ήταν αυτό που αποδίδονταν στον Ούγγρο Ουρβανό, το οποίο έριχνε βλήματα βάρους 1400 έως 1550 λίτρων. Το πυροβόλο αυτό το οποίο θα έπρεπε να έχει μήκος 8 έως 8,50 μέτρων και διαμέτρημα 8-8.50 εκατοστών, χύθηκε επί τόπου σε καλούπι που κατασκευάσθηκε για τον σκοπό αυτόν, τα δε υλικά μεταφέρθηκαν επί τόπου, σε βάση που είχε προκατασκευασθεί προ της πύλης του Αγίου Ρωμανού.
Τα υπόλοιπα πυροβόλα κατασκευάσθηκαν στην Ανδριανούπολη και μεταφέρθηκαν μέχρι των τειχών της Κωνσταντινούπολης, πάνω σε άμαξες που έσυραν πολλά ζεύγη βοδιών.
Οι Τούρκοι διέθεταν επίσης και πολύ μεγάλο αριθμό ελαφρών πυροβόλων. Κοντά σε κάθε βαρύ πυροβόλο υπήρχαν και δύο ελαφρά, τα οποία έριχναν δοκιμαστικές βολές με σκοπό τον υπολογισμό των αποστάσεων, ώστε να αποφεύγεται άσκοπη απώλεια πυρομαχικών. Η διάταξη των πυροβόλων ήταν τέτοια ώστε να συγκεντρώνεται το μέγιστο των βολών και η συγκέντρωση του πυρός σε αδύνατα, ασθενή και ευαίσθητα σημεία των τειχών. Η μεγαλύτερη ισχύς των Τούρκων ήταν προ της πύλης του Αγίου Ρωμανού, όπου υπήρχε και το πυροβόλο του Ουρβανού.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ























