Γεύσεις

Γεύσεις (29)

Γεύσεις

Μία εθνική ομάδα αποτελούμενη από δύο έμπειρους ψήστες, μία συνταγή που «μυρίζει» ελληνικό καλοκαίρι κι ένα Euro ...μαγειρικής που κατακτήθηκε από τη χώρα μας.

Στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα αγώνων ...μπάρμπεκιου, που διοργάνωσε εταιρεία με είδη ψησίματος του εξωτερικού, η οποία δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο, η συμμετοχή από τη χώρα μας έφτασε ύστερα από σημαντικές μαγειρικές αναμετρήσεις στον τελικό και κατάφερε να σηκώσει την ...κούπα. Στη διοργάνωση, η οποία διεξήχθη παράλληλα με το Euro, συμμετείχαν δώδεκα χώρες, καθεμιά με τη δική της συνταγή και στοιχεία της τοπικής της κουζίνας και τελικά οι καλύτεροι ψήστες μπάρμπεκιου στην Ευρώπη αναδείχθηκαν οι Έλληνες.

«Μαγειρέψαμε ένα κοντοσούβλι καλαμάρι, το οποίο είχε προετοιμαστεί σε μία ενδιαφέρουσα μαρινάδα με φρέσκο τζίντζερ, χυμό και ξύσμα από λεμόνι, ελαιόλαδο και τσίλι και το συνοδεύσαμε με μία σάλτσα αγιολί, δηλαδή μια μαγιονέζα με σκόρδο που φτιάχνουν συνήθως στα Επτάνησα και τη Δυτική Ελλάδα», εξηγεί η meat & fire chef Μυρσίνη Λαμπράκη, η οποία εμπνεύστηκε το πιάτο. «Συνοδεύσαμε το κοντοσούβλι καλαμάρι με μία σαλάτα, όπου συνδυάσαμε καρπούζι, ντομάτα, δυόσμο, ελαιόλαδο και ψητό χαλούμι», συμπληρώνει το δεύτερο μέλος της ελληνικής αποστολής, Αλέξανδρος Πράντζος.

Το νικητήριο πιάτο κατάφερε να αφήσει στη δεύτερη και τρίτη θέση τις άλλες δύο φιναλίστ, Δανία και Ολλανδία. «Η Δανία παρουσίασε ένα μπέργκερ με χοιρινές μπριζόλες, που είχαν προηγουμένως μαριναριστεί. Το μπέργκερ συμπλήρωναν ψητά λαχανικά όπως καρότο και κρεμμύδια, καθώς επίσης παρμεζάνα, μαρούλι και μαγιονέζα. Η δε Ολλανδία παρουσίασε ένα πλατό με ψητό κοτόπουλο και γλυκοπατάτες, συνοδευμένες με παρμεζάνα και μαγιονέζα», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η υπεύθυνη μάρκετινγκ του επίσημου αντιπροσώπου της εταιρείας στην Ελλάδα, Άννα- Μαρία Παπαδάκη.

Ο ...νόστιμος αυτός διαγωνισμός ξεκίνησε στις 12 Ιουνίου στο Instagram στο @traegergrillseurope, με συμμετέχοντες τριάντα έναν εμπνευσμένους ψήστες από δώδεκα χώρες τις Ευρώπης. Στόχος τους ήταν να ετοιμάσουν φαγητό, κατάλληλο για θέαση αγώνα, μέσα σε 45 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το πρώτο ημίχρονο και το οποίο να έχει γευστικά χαρακτηριστικά από την παράδοση της κάθε χώρας. Η κάθε προσπάθεια βιντεοσκοπήθηκε, για να προκύψει ένα τελικό βίντεο με τους δύο «μονομάχους» κάθε φορά, να εξηγούν εναλλάξ τι πρόκειται να ετοιμάσουν, ποια είναι η φιλοσοφία της επιλογής τους, τι υλικά χρησιμοποιούν και με ποια τεχνική θα μαγειρέψουν το πιάτο τους. Την ίδια στιγμή, ανάμεσα στις δηλώσεις τους προβάλλονταν τα πλάνα της εκτέλεσης της συνταγής τους.

Το πρώτο βήμα για τη χώρα μας έγινε με τη Μυρσίνη Λαμπράκη. Την εξειδικευμένη σεφ για «μαγειρική στη φωτιά», η οποία στους ομίλους διασταυρώθηκε με την Αγγλία, την οποία απέκλεισε, αφού η έμπνευσή της με το μπέργκερ ...μουσακά, έκλεψε τις εντυπώσεις.

Το επόμενο μέρος της αποστολής εκτέλεσε επιτυχώς ο Αλέξανδρος Πράντζος από τα Τρίκαλα, που ανταγωνίστηκε με τη Σουηδία και επικράτησε με το τυλιχτό, το οποίο είχε όψη πιτόγυρου, αλλά επρόκειτο για χοιρινή πανσέτα, κομμένη όπως ο γύρος, σερβιρισμένη σε πίτα με σος από γιαούρτι με καπνισμένο σκόρδο, μυρωδικά και τσιπς ψητής πατάτας.

Έτσι η χώρα μας έφτασε στον τελικό, αντιμετωπίζοντας αυτή την φορά όχι έναν, αλλά δυο δυνατούς αντιπάλους, τη Δανία και την Ολλανδία. Γι' αυτό και η σεφ Μυρσίνη Λαμπράκη, μαζί με τον έμπειρο ψήστη Αλέξανδρο Πράντζο, αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, αν και τους χώριζαν πολλά χιλιόμετρα. Ο 39χρονος φαρμακοποιός από την αυλή του σπιτιού του στα Τρίκαλα, ακολουθούσε τις οδηγίες της σεφ, που αυτήν την περίοδο βρίσκεται στην Κέρκυρα παρέχοντας υπηρεσίες ιδιωτικού σεφ (Private chefing service) και εκτέλεσαν ταυτόχρονα τη συνταγή της τελευταίας.

«Αν και γενικά προτιμώ το κρέας, αυτό ήταν ένα από τα πιο νόστιμα ψητά που έχω φάει. Δεν ξέρω πόσος κόσμος τρώει ψητό καλαμάρι μαριναρισμένο για ώρες σε φρέσκα υλικά... Ήταν εξαιρετική η συνταγή της κ. Λαμπράκη και συστήνω ανεπιφύλακτα στον κόσμο να τη δοκιμάσει», τόνισε ο κ. Πράντζος, ο οποίος δήλωσε ότι για αρκετές μέρες μετά, το ψυγείο του μύριζε πολύ ευχάριστα από τη συγκεκριμένη μαρινάδα.

Από την πλευρά της, η κ. Λαμπράκη ένιωσε δικαιωμένη γιατί -όπως λέει- ανοίγει μια νέα εποχή στο κομμάτι της ελληνικής γαστρονομίας στο μπάρμπεκιου. Δηλώνει, μάλιστα, έτοιμη να οργανώσει το φθινόπωρο μία ομάδα που θα συμμετέχει σε διαγωνισμούς μπάρμπεκιου σε όλες τις ηπείρους. «Όταν πριν από πέντε χρόνια ξεκίνησα να μιλάω για επαγγελματικό μπάρμπεκιου και ελληνικές ομάδες που θα διαγωνίζονται στο εξωτερικό με έλεγαν τρελή. Η αλήθεια όμως είναι ότι το μπάρμπεκιου δεν είναι μόνο για κρέας ή ψάρι, αλλά μία τέχνη, όπου μπορείς να ψήσεις τα πάντα, μέχρι ψωμί και γλυκά», τονίζει η κ. Λαμπράκη.

Οι δύο ...πρωταθλητές θα συναντηθούν πια στην Κοπεγχάγη, όπου θα βρεθούν για να παραλάβουν το βραβείο τους και σε μία ειδική εμπειρία στο grilling, θα αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι ψήστες μπάρμπεκιου στην Ευρώπη!

 

Ακόμη κι οι ορκισμένοι κρεατοφάγοι λυγίζουν στη γοητεία του φρέσκου ψαριού στη διάρκεια του καλοκαιριού. Κι έχουν απόλυτο δίκιο, αφού εκτός από τη νοστιμιά τους, τα ψάρια έρχονται με ένα πλήθος ευεργετικών ιχνοστοιχείων που κάνουν καλό στην υγεία, το σώμα και το δέρμα μας.

Όμως δεν έχουν όλα τα ψάρια την ίδια δύναμη. Κάποια εξ αυτών «νικάνε» στον αγώνα της υγείας. Τα παρακάτω έξι είναι οι μεγαλύτεροι πρωταθλητές.

Σολομός

Ένα κομμάτι φρέσκου σολομού (όχι ιχθυοτροφείου) βάρους 120 γρ. περιλαμβάνει περίπου 1,5 γρ. λιπαρών οξέων ωμέγα-3. Και αυτό σημαίνει ότι κάνει καλό στο δέρμα, το ανοσοποιητικό και την καρδιά μας.

Σαρδέλες

Μικροσκοπικές και οικονομικές, περιέχουν περισσότερα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα από τον τόνο και τον σολομό, ενώ έχουν και εκπληκτική γεύση. Σε 100 γρ. σαρδέλας θα βρείτε περίπου 20 γρ. πρωτεΐνης και 300mg ασβεστίου – δηλαδή περισσότερο από ό,τι σε ένα ποτήρι αγελαδινού γάλακτος. Επίσης, η περιεκτικότητά τους σε βιταμίνη D αγγίζει το 60% της ημερήσιας συνιστώμενης δόσης.

Γαύρος

Ένα από τα πιο δημοφιλή ψαράκια του καλοκαιριού και επίσης εξαιρετικά οικονομικό, ο γαύρος περιέχει πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο και ψευδάργυρο. Επιπλέον, είναι εξαιρετικά καλή πηγή σεληνίου, νιασίνης και βιταμίνης Β12.

Ρέγγα

Διάσημη για την περιεκτικότητά της σε λιπαρά οξέα και μονοακόρεστα λιπαρά, δεν θα πρέπει να λείπει από το νησιώτικο ουζάκι σου.

Τόνος

Γεμάτος φώσφορο, σελήνιο, κάλιο και βιταμίνες του συμπλέγματος Β, αλλά και βιταμίνη C, σίδηρο, ψευδάργυρο, κάλιο, νάτριο και μαγγάνιο, κερδίζει επάξια μια θέση στη διατροφή μας. Απλώς αποφύγετε τις πολλές κονσέρβες τόνου, καθώς έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο.

Πέστροφα

Μπορεί να είναι του γλυκού νερού, όμως ανταγωνίζεται στα ίσα τους θαλασσοπόρους αντιπάλους της. Πλούσια σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και γεμάτη φώσφορο, μαγνήσιο και βιταμίνη Α, η ταπεινή πέστροφα κάνει καλό στην καρδιά και τον εγκέφαλό μας.

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

Στην παιδική μνήμη τουλάχιστον δύο γενεών υπήρξε συνυφασμένο με το εύρος του θέρους. Το πρώτο παγωτό «άνοιγε» την εποχή της ξεγνοιασιάς και το τελευταίο σηματοδοτούσε την έναρξη μιας νέας μαθητικής σεζόν. Η παγωμένη λιχουδιά των διαφόρων γεύσεων, μαζί με τις βουτιές στη θάλασσα ήταν πεδίο παιχνιδιού για τα παιδιά που συναγωνίζονταν μεταξύ τους στο ποιο θα πετύχαινε τη μέγιστη απόδοση...

Τα μετρούσαν τότε οι πιτσιρικάδες τα παγωτά που κατανάλωναν το καλοκαίρι κι όταν συναντιόνταν στον αγιασμό του σχολείου, ανακοίνωναν περήφανοι ο ένας στον άλλο το σύνολο εκείνων που κατανάλωσαν, σε έναν αριθμό που ενίοτε άγγιζε ή και ξεπερνούσε τα τρία ψηφία. Από τη δεκαετία του ΄80 κι ύστερα, όταν εμφανίστηκαν και άρχισαν να πυκνώνουν τα ζαχαροπλαστεία που σέρβιραν παγωτό και τον χειμώνα, η λιχουδιά έχασε την... αίγλη της ως καλαντάρι των λιλιπούτειων μαθητών και μετατράπηκε σε απόλαυση παντός καιρού για όλες τις ηλικίες...

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΡΩΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΩΝ - ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΕΚΙ ΠΑΓΩΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Παγωτό. Η καταναλωτική συνήθεια, που προσφέρει το απολαυστικότερο μυρμήγκιασμα στον ουρανίσκο. Στην Ελλάδα φτάνει μόλις τη δεκαετία του ΄30, αλλά φαίνεται πως η ιστορία του χάνεται πολύ βαθιά στο παρελθόν. Λένε πως η πρώτη μορφή παγωτού καταγράφεται την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (336 - 323 π.Χ), καθώς ο καλοφαγάς Μακεδόνας στρατηλάτης απολαμβάνει παγωμένα (στο χιόνι) φρούτα περιχυμένα με μέλι. Μια αντίστοιχη λιχουδιά, γεύεται αιώνες μετά και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρωνας (37-68 μ. Χ.), ο οποίος στέλνει τους σκλάβους του στα βουνά για να μαζέψουν φρέσκο χιόνι και να το φέρουν πίσω για να το απολαύσει μαζί με τα φρούτα του.

Παρασκευαστής της δυναστείας των Τανγκ στην Κίνα (618 έως το 907 μ. Χ.) βρίσκει τρόπο να φτιάχνει γευστικά μείγματα από πάγο και γάλα, ενώ για την εμφάνισή της στην Ευρώπη, η συγκεκριμένη λιχουδιά αποδίδεται στα... «λάφυρα» του ταξιδευτή Μάρκο Πόλο (13ος αι.).

Κάπου στις αρχές του 17ου αι. ο Γάλλος σεφ του βασιλιά Καρόλου Α΄ (1600-1649) της Αγγλίας εντυπωσιάζει τους επίσημους συνδαιτυμόνες του με ένα επιδόρπιο που θυμίζει χιόνι, αλλά είναι γλυκό. Ο Κάρολος «κόβει» στον σεφ της Αυλής 500 λίρες ετησίως, ως «επίδομα σιωπής». Για να μην αποκαλύψει σε κανέναν τη συνταγή του δροσιστικού επιδόρπιου και να συνεχίσει να το φτιάχνει μόνο για τον ίδιο και τους επίσημους καλεσμένους του. Αλλά το μυστικό κάποτε διαρρέει. Άλλωστε, νωρίτερα, το 1533, όταν η Αικατερίνη των Μεδίκων παντρεύεται τον Ερρίκο Β', φέρνει στη νέα της πατρίδα ένα επιδόρπιο από γλυκιά κρέμα, που θυμίζει πολύ την κατοπινή συνταγή του Γάλλου σεφ και πιθανολογείται ότι αποτελεί τον πρόδρομό της.

Το θέμα είναι ότι, ως εμπορικό προϊόν πλέον, και το παγωτό της εποχής -όπως κάθε τι ιδιαίτερο- παρασκευάζεται και προορίζεται για τους πλουσίους. Δεδομένης, άλλωστε, της δυσκολίας να συντηρηθεί το κύριο συστατικό της συνταγής, ο πάγος, το είδος καθίσταται μάλλον λιγοστό, δυσεύρετο και απλησίαστο στους μη έχοντες... Πέραν τούτου, δαπανηρή και επίπονη είναι και η παρασκευή του, καθώς χρειάζονται δύο μεγάλοι κάδοι με μεγάλες ποσότητες πάγου και αλατιού και τουλάχιστον 40 λεπτά της ώρας συνεχές ανακάτεμα του μείγματος, ώστε ούτε να λιώσει, ούτε να παρουσιάσει κρυστάλλους.

 

 

Οι πρώτες συνταγές παγωτού πάντως εμφανίζονται στις αρχές του 18ου αι. και φιλοξενούνται σε γαλλικό βιβλίο υπό τον τίτλο «Η τέχνη τού να φτιάχνεις παγωτό». Ωστόσο, νωρίτερα, αρκετοί είναι οι ασχολούμενοι με την παρασκευή εδεσμάτων που διαγκωνίζονται ατύπως στη μάχη τού ποιος θα φτιάξει το τέλειο παγωτό. Η ιστορία, εντέλει, δικαιώνει τον Σικελό μάγειρα Φραντσέσκο Προκόπιο ντέι Κολτέλι (Francesco Procopio dei Coltelli), ο οποίος το 1686 ανοίγει στην καρδιά του Παρισιού το «Café Procope», το πρώτο καφενείο της γαλλικής πρωτεύουσας, κατά κάποιους και το πρώτο παγκοσμίως. Το κατάστημα σύντομα μετατρέπεται σε στέκι ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης. Από τα τραπέζια του περνούν όλοι οι αστέρες της Κομεντί Φρανσαίζ (Comedie francaise), αλλά και ο Ρακίνας, και ο Ρουσώ και ο Βολταίρος και ο Ντιτερό και ο Μπαλζάκ και ο Φρανκλίνος και πολλοί πολλοί άλλοι. Ένας από τους λόγους της επιτυχίας του καφενείου είναι το παγωτό, που σερβίρει. Αλλά πώς έχει ξεκινήσει να φτιάχνει παγωτό ένας Σικελός, γεννημένος στους πρόποδες της Αίτνας;

Ο Φραντσέσκο Προκόπιο είναι γόνος οικογένειας ψαράδων. Τόσο ο παππούς του όσο και ο πατέρας του συντηρούν τις οικογένειές τους ψαρεύοντας πότε στον κόλπο του Κάπο ντ΄ Ορλάντο και πότε στις θάλασσες της Ταορμίνας και της Κατάνιας. Το παγωτό αυτή την εποχή είναι μία έννοια άγνωστη, αλλά η ιταλική λέξη «σορμπέτο» (sorbetto) είναι γνωστή, εύγεστη και ιδιαιτέρως απολαυστική στο θερμό κλίμα της Σικελίας... Πρόκειται για το δροσιστικό επιδόρπιο, που αιώνες μετά, θα φτάσει στην Ελλάδα ως γρανίτα. Μία κατεψυγμένη υγρή νοστιμιά, που παρασκευάζεται από μελωμένο νερό και χυμούς φρούτων. Στην πραγματικότητα, το sorbetto είναι η ιταλική εκδοχή του περσικού «şerbet», ενός δροσιστικού γλυκού ροφήματος αναμεμειγμένου κυρίως με λεμόνια και χυμούς λουλουδιών, όπου όμως προστίθενται και στοιχεία γάλακτος. Οι Ιταλοί το έχουν φέρει στον τόπο τους έχοντας αφαιρέσει παντελώς το γάλα. Αλλά ο παππούς του Φραντσέσκο Προκόπιο, που τυχαία έχει δοκιμάσει από αυτό το αυθεντικό ανατολίτικο επιδόρπιο και έχει ενθουσιαστεί, όταν δεν ψαρεύει, σκέφτεται και πειραματίζεται. Προσπαθεί να κατασκευάσει το μηχάνημα, που χρησιμοποιούν οι Πέρσες για την παρασκευή του «şerbet», στο οποίο -εννοείται- θα περιέχεται και γάλα. Όταν τα καταφέρνει είναι πια πολύ μεγάλος για να αξιοποιήσει την εφεύρεσή του, αλλά την κληροδοτεί στον εγγονό του, ο οποίος στο μεταξύ δείχνει έφεση στη μαγειρική. Αναζητώντας την τύχη του και βαδίζοντας ήδη στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, τα βήματα του Φραντσέσκο Προκόπιο του νεότερου, τον οδηγούν στο Παρίσι, όπου ανοίγει το «Le Procope» και καθώς, το παγωτό ταξιδεύει από τις ευρωπαϊκές βασιλικές αυλές ως νέο γαστρονομικό επίτευγμα, εκείνος αποφασίζει να το προσφέρει στην πελατεία του. Στην πραγματικότητα δεν έχει παρά να πειραματιστεί με τη μηχανή-κληροδότημα του παππού του. Το πείραμα στέφεται με απόλυτη επιτυχία και αριστοκράτες από κάθε γωνιά της Γαλλίας βρίσκονται στα καφενείο του Φραντσέσκο Προκόπιο να απολαμβάνουν τη νέα λιχουδιά, που ευφραίνει τον ουρανίσκο τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού... Στο μεταξύ, ο ίδιος έχει παντρευτεί και αποκτήσει ήδη τα πρώτα οκτώ παιδιά του... Άλλα πέντε θα έρθουν στη ζωή του από ακόμη δύο γάμους, που θα προλάβει να κάνει ως τα 76 του, οπότε θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Η δυναστεία των dei Coltelli θα φροντίσει να διαιωνίσει και το κατάστημα και το παγωτό στην Ευρώπη, το οποίο ασφαλώς πιστώνεται στον Σικελό μάγειρα. Το «Le Procope» λειτουργεί αδιαλείπτως, ως ρεστοράν πλέον, στη 13 rue de l΄Ancienne Comedie της γαλλικής πρωτεύουσας, κλείνοντας φέτος αισίως 335 έτη ζωής (!). Εξακολουθεί να σερβίρει ένα από τα πιο εύγεστα παγωτά της γηραιάς ηπείρου και όχι μόνον...

ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΦΗΜΗΣ...

Έχοντας «ξεφύγει» από τα βασιλικά σαλόνια κι έχοντας έκτοτε κερδίσει περίοπτη θέση στις γευστικές απολαύσεις των ευκατάστατων καταναλωτών (όσο η συντήρηση του πάγου παραμένει δύσκολη υπόθεση, τόσο το παγωτό θα αποτελεί λιχουδιά των πλουσίων) ανά την Ευρώπη, το παγωτό γίνεται πεδίο πειραματισμού στα εργαστήρια των ζαχαροπλαστών. Το λευκό παγωμένο γλυκό μετατρέπεται σε επιδόρπιο της καρδιάς. Μικρές αλλά αξιοσημείωτες νίκες πειραματιστών φέρνουν στην επιφάνεια καινούργιες γεύσεις παγωτού, από τις οποίες κάποιες ταξιδεύουν ιλιγγιωδώς στην αγορά και κάποιες... με τον αραμπά. Στο τέλος, βέβαια, βρίσκουν όλες τη θέση τους στην καρδιά των καταναλωτών.

Στην αμερικανική ήπειρο, πάντως, η λιχουδιά κάνει θορυβώδη εμφάνιση στα μέσα του 18ου αι. Εικάζεται πως στην πραγματικότητα, ο «εισαγωγέας» του είδους στις ΗΠΑ, είναι αξιωματούχος της κεντρικής διοίκησης, ο οποίος, σε επίσημο ταξίδι του στην Ευρώπη, δοκιμάζει το επιδόρπιο σε κάποιο γεύμα και ενθουσιάζεται. Το 1744, Σκωτσέζος άποικος που επισκέπτεται το σπίτι του κυβερνήτη του Maryland καταγράφει με ζέση το κέρασμα που δέχθηκε και δεν ήταν άλλο από παγωτό φράουλα. Είναι η ίδια χρονιά, που το λήμμα «ice cream» κάνει την παρθενική του εμφάνιση στο English Dictionary.

Τον Μάιο του 1777 οι αναγνώστες της «New-York Gazetta» και του «Weekly Mercury» διαβάζουν μία διαφήμιση εγκαινίων καταστήματος σε πλαίσιο: «Ο άρτι αφιχθείς εκ Λονδίνου Philip Lenzi θα προσφέρει στο κοινό του Μανχάταν ποικιλία από γλυκές λιχουδιές, όπως μαρμελάδες και ζελέ, δαμάσκηνα ζάχαρης, διακοσμητικά ζάχαρης, καραμέλες και - το πιο σημαντικό - παγωτό!». Γι αυτό το τελευταίο μάλιστα ο επιχειρηματίας υπόσχεται πως, στο κατάστημά του, θα διατίθεται «σχεδόν ημερησίως». Ήρθε η στιγμή, εκτός από την Ευρώπη, το παγωτό να αλώσει και την Αμερική.

Ο τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τόμας Τζέφερσον (1801-1809), πειραματιζόμενος στην κουζίνα της συζύγου του, φέρεται να σκαρώνει τη δική του συνταγή για παγωτό βανίλια, ενώ η επόμενη «πρώτη κυρία», η κυρία του Τζέιμς Μάντισον (1809-1817) σερβίρει παγωτό φράουλα στη δεξίωση για τη δεύτερη προεδρική θητεία του συζύγου της.

Το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής παγωτού στις ΗΠΑ ιδρύεται, το 1851, από έναν κουάκερο του Maryland. Πρόκειται για τον Τζέικομπ Φάσελ (C. Jacob Fussell), ο οποίος μοιραία βαφτίζεται «πατέρας της παγωτοβιομηχανίας». Είναι η χρονιά κατά την οποία ο μέσος Αμερικανός καταναλώνει ετησίως ένα κουταλάκι του γλυκού παγωτό (!). Δύο αιώνες μετά, η ετήσια κατανάλωση παγωτού από έναν Αμερικανό πολίτη ξεπερνά τα 30 λίτρα (περίπου 27 κιλά)!

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ ΣΤΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ... ΕΛΛΗΝΑΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΥ ΠΑΓΩΤΟΥ

Ο 20ος αι. τρέχει ανά τη Γη και το παγωτό, που έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της είναι πλέον καθημερινή συνήθεια του καλοκαιριού. Στις ζεστές ζώνες του πλανήτη μάλιστα είναι γεγονός η παραγωγή και κατανάλωση παγωτού και τον χειμώνα.

Τα πρώτα χρόνια του αιώνα, στην Ελλάδα το παγωτό είναι περισσότερο φήμη, παρά πραγματικότητα. Ιστορικές πηγές, βέβαια, αναφέρουν ότι τουλάχιστον οι εν Αθήναις αριστοκράτες γεύθηκαν για πρώτη φορά την παγωμένη λιχουδιά το 1835 σε μία από τις κοσμικές εκδηλώσεις του Βαυαρού πρωθυπουργού Άρμασπεργκ. Ένας Ιταλός, ονόματι Calvo, διευθυντής ξενοδοχείου στην πόλη, που σχεδίαζε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, σκέφτηκε να διαφημίσει το επιδόρπιο, που θα αποτελούσε τη ναυαρχίδα των προϊόντων του. Έτσι πρότεινε στην κόμισσα Άρμασπεργκ να παρασκευάσει παγωτά για τους προσκεκλημένους της. Εκείνη δέχθηκε με προθυμία. Το κέρασμα ενθουσίασε τους επισκέπτες και η οικοδέσποινα δεν σταματούσε να διαφημίζει το ζαχαροπλαστείο, που θα το διέθετε. Αλλά, σύντομα το κλίμα ενθουσιασμού χάλασε... Όσοι κατανάλωσαν τη λιχουδιά άρχισαν να ψάχνουν γωνιά για να την αποβάλουν... «Μετέβαλον το δάπεδον της αιθούσης εις δεινώς κυμαινόμενον σκάφος» αναφέρει χαρακτηριστικά χρονικογράφος της εποχής. Τι είχε συμβεί; Ο Calvo, προκειμένου να κάνει εντυπωσιακότερα τα παγωτά του και καθώς δεν υπήρχαν στην Αθήνα φυσικές χρωστικές ουσίες, χρησιμοποίησε χημικά χρώματα κι έτσι οι καλεσμένοι έπαθαν τροφική δηλητηρίαση. Ο χορός «σχόλασε» άδοξα. Την ώρα που όλοι αναζητούσαν γιατρό, ο επίδοξος ζαχαροπλάστης γινόταν... λαγός! Πέρασαν μήνες για να εμφανιστεί ξανά δημοσίως...

Ως εκ τούτου, οι πρώτες εντυπώσεις από τα παγωτά στην ελληνική πρωτεύουσα δεν ήταν και ιδιαίτερα ευχάριστες. Όχι πολύ αργότερα, όμως, το 1840, ο δραστήριος επιχειρηματίας Καρδαμάτης ανοίγει το πρώτο αμιγές ζαχαροπλαστείο της πόλης (ως τότε χρέη ζαχαροπλαστείου εκτελούν οι φούρνοι) στη συμβολή των οδών Αιόλου και Ευριπίδου προσφέροντας μεταξύ άλλων και παγωτό, και το μετατρέπει σε λαϊκή λιχουδιά, που απολαμβάνουν με πάθος οι Αθηναίοι. Ο επιχειρηματίας δεν έχει πολλά γλυκά στη... φαρέτρα του, αλλά -στην αρχή τουλάχιστον- δεν είναι και απαραίτητο. Το κατάστημά του διαθέτει παρισινή ατμόσφαιρα και παγωτό. Φαίνεται πως αυτά είναι αρκετά. Λέγεται ότι η ημερήσια είσπραξη του καταστήματος φτάνει τις 400 δραχμές, ενώ τις γιορτές ξεπερνά τις 1.000, ποσά αστρονομικά για την εποχή! Αυτό του επιτρέπει να ταξιδεύει τακτικά στην Ευρώπη και να φέρνει στην Αθήνα νέες συνταγές. Εικάζεται ότι είναι αυτός που έφερε και την πρώτη χειροκίνητη μηχανή παρασκευής σοκολάτας.

Ο ερχομός των προσφύγων της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα δίνει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στην παρασκευή παγωτού. Μικρά παρασκευαστήρια ξεφυτρώνουν στις μεγάλες πόλεις και στους δρόμους κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι παγωτατζήδες με τα τροχήλατα παγο-ψυγεία. Οι Μικρασιάτες ζαχαροπλάστες φέρνουν την τέχνη τους και απογειώνουν την παγωμένη λιχουδιά, συστήνοντας στην Ελλάδα τον «ντοντουρμά». Στην πραγματικότητα, dondurma αποκαλείται στα τουρκικά το παγωτό. Αλλά εκεί, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, η παρασκευή του βασίζεται στο παχύ βουβαλίσιο γάλα, που κάνει το παγωτό ακόμα πιο εύγεστο και κυρίως, μαστιχωτό. Έτσι, ο «ντοντουρμάς» καθιερώνεται ως το ανατολίτικο είδος παγωτού, που γίνεται δεκτό στην Ελλάδα μετά... βαΐων και κλάδων... Δεκαετίες αργότερα, οι παρασκευαστές, εμπνεόμενοι από την υφή και τη γεύση του ντοντουρμά, θα παρουσιάσουν στην αγορά το παγωτό καϊμάκι.

Το 1934, η Ελλάδα αποκτά τη δική της μονάδα προϊόντων γάλακτος και παγωτού. Τα αδέλφια Σουραπά, από τα Βέρβενα της Αρκαδίας, μετανάστες στο Σικάγο, έχοντας αποκτήσει κάποια σχετική οικονομική επιφάνεια, επιστρέφουν στον τόπο τους, όπου η διακίνηση του φρέσκου γάλακτος είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των πλανόδιων πωλητών και των γαλακτοκομείων. Έτσι, αποφασίζουν να στήσουν την Εθνική Βιομηχανία Γάλακτος (ΕΒΓΑ) και μάλιστα στον Βοτανικό που σφύζει από βουστάσια, για βρίσκονται κοντά στην πρώτη ύλη.

Το 1936, η εταιρεία παρουσιάζει στους Έλληνες το παγωτό «ξυλάκι», το παγωτό σε κύπελλο και το χωνάκι με σοκολάτα και αμύγδαλο. Το «ξυλάκι» είναι αυτό που της χαρίζει την πρώτη της ευρεσιτεχνία. Το πρώτο τυποποιημένο παγωτό στην Ελλάδα και μάλιστα με την έγκριση του Γενικού Χημείου του Κράτους, που πιστοποιεί την ποιότητα. Την ίδια χρονιά το όνομα της εταιρείας αλλάζει από «Εθνική» σε «Ελληνική Βιομηχανία Γάλακτος», διατηρώντας το αρκτικόλεξο ΕΒΓΑ και καταφέρνοντας να καθιερώσει τα παγωτά της σε κάθε ελληνική γειτονιά, όπου «ξεπηδούν» τα πρατήριά της. Μόνο τη δεκαετία του 1950 στις ελληνικές μεγαλουπόλεις ανοίγουν 900 πρατήρια, υπό τον θρυλικό πλέον τίτλο «Η ΕΒΓΑ της γειτονιάς».

Το 1954, στον... τρελό χορό του παγωτού θα μπει και ο Γιώργος Τσινάβος, μικρο-ζαχαροπλάστης από τις Σέρρες, ο οποίος, στην επιχείρησή του υπό την επωνυμία «Κρι Κρι», παράγει και διαθέτει παγωτά και είδη ζαχαροπλαστικής. Οι πρώτες διανομές του παγωμένου προϊόντος του γίνονται με τους γνωστούς πλέον πλανόδιους πωλητές και τα ειδικά χειροκίνητα καροτσάκια που χρησιμοποιούν ως ψυκτικό μέσο τον πάγο και το αλάτι. Το παγωτό που πιστώνεται στον βορειοελλαδίτη και ταξιδεύει τη φήμη του αρκετά μακριά από τα όρια των Σερρών, είναι το «κασσάτο», που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα.

Στα χρόνια που ακολουθούν και αυτή η επιχείρηση -όπως η ΕΒΓΑ και αργότερα η ΑΓΝΟ και η ΔΕΛΤΑ και αρκετές ακόμα με αιχμή το παγωτό- θα πορευτεί σε ένδοξους δρόμους και θα θεριέψει.

Κι όσο στην Ελλάδα η αγορά του παγωτού ανοίγει, στις ΗΠΑ ένας δαιμόνιος Έλληνας εφευρίσκει και καθιερώνει νέο είδος παγωμένης λιχουδιάς και ξετρελαίνει τους Αμερικανούς! Ο Αθανάσιος Θωμάς Καρβέλας (Tom Carvel) -γόνος μεταναστών, που έφτασαν στη Νέα Υόρκη, το 1910, όταν εκείνος ήταν μόλις 4 χρόνων- έχει ανακαλύψει το «παγωτό μηχανής» ή αλλιώς «μαλακό παγωτό» (soft ice cream) και κάνει χρυσές δουλειές.

Όλα ξεκίνησαν το 1932, όταν ο πολυτεχνίτης και πολυμήχανος Θωμάς, αναζητώντας την τύχη του, αγόρασε ένα μεταχειρισμένο φορτηγό, προκειμένου να πουλάει παγωτό από την καρότσα. Ο Τομ είναι παρών σε κάθε γιορτή και κάθε αργία. Τον τρώνε τα χιλιόμετρα, αλλά δεν τον νοιάζει. Το παγωτό είναι πλέον η αγαπημένη λιχουδιά των Αμερικανών και οι δουλειές πάνε καλά. Στις 30 Μαΐου του 1934, ξημερώνει για τις ΗΠΑ η Ημέρα Εθνικής Μνήμης κι εκείνος γεμίζει το ψυγείο του με προϊόν και ξεχύνεται στους δρόμους. Αλλά ένα λάστιχο ακινητοποιεί το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Η ώρα περνά χωρίς πηγή τροφοδοσίας ενέργειας, ώστε να λειτουργεί το ψυγείο, και ο νεαρός τρέχει με απόγνωση σε ένα κοντινό εργαστήρι κεραμικής, προκειμένου να βρει τρόπο να σώσει το εμπόρευμα, που έχει αρχίσει να λιώνει. Όταν επιστρέφει, βλέπει ενθουσιασμένους πελάτες γύρω από το φορτηγό του να γεύονται το παράξενο «μαλακό παγωτό». Ο δαιμόνιος νεαρός αισθάνεται ότι μόλις άνοιξαν οι ουρανοί και βρέχουν χρήμα... Εκείνη την ημέρα, ο Τομ ξεπουλά κάνοντας είσπραξη 3.500 δολαρίων! Αλλά είναι μόνο η αρχή.

Το 1936 αγοράζει το εργαστήρι κεραμικής από το οποίο προσπάθησε να προμηθευτεί ηλεκτρικό ρεύμα, το μετατρέπει σε σταθερό σημείο πώλησης παγωτού "Carvel" (το πρώτο της τεράστιας αλυσίδας, που ακολούθησε) και πραγματοποιεί και κατοχυρώνει την ιδέα του να δημιουργήσει τη μηχανή, που θα διατηρεί το παγωτό σε μαλακή υφή.

Οι δουλειές έχουν ανοίξει, η πελατεία σχηματίζει ουρές έξω από το κατάστημα του Τομ, αλλά για εκείνον αυτό δεν είναι αρκετό. Σκεπτόμενος πώς μπορεί να αυξήσει την τιμή του προϊόντος του χωρίς να προκαλέσει δυσφορία στους πελάτες του, αποφασίζει να εφαρμόσει μία καινοτόμα, αλλά κατοπινά δημοφιλή, εμπορική τακτική. Είναι το «1+1». «Αγοράζοντας ένα, κερδίζετε ένα ακόμη». Έτσι ο πελάτης έχει την ψευδαίσθηση ότι αγοράζει κάτι φθηνότερο και απολαμβάνει διπλά...

Μετά τον πόλεμο, η ανάπτυξη της επιχείρησης του Carvel είναι ραγδαία. Παράγει και πουλά τις μηχανές τού «soft ice cream» σε επίδοξους νέους επιχειρηματίες ανά την Αμερική, τους επισκέπτεται και τους εκπαιδεύει στο πώς θα τις λειτουργούν και εισπράττει ποσοστά από τις πωλήσεις. Ο δαιμόνιος επιχειρηματίας είναι ο εμπνευστής του «franchise»! Το 1974 κατοχυρώνει το brand name της αλυσίδας του και ιδρύει σχολή, στην οποία εκπαιδεύει νέους υπαλλήλους. Ένας κοφτερός νους, αυτή τη φορά με ελληνικό αίμα στις φλέβες του, αποδεικνύει στους Αμερικανούς την ακριβή ερμηνεία της δικής τους ρήσης... «Sky's the limit» (ο ουρανός είναι το όριο).

Στα τέλη πια του 20ου αι. το παγωτό είναι προϊόν για όλα τα βαλάντια, που προσφέρεται σε πάμπολλες μορφές και γεύσεις. Επάνω του έχουν στηθεί θηριώδεις βιομηχανίες και επενδυθεί τεράστια κεφάλαια ανά τον κόσμο, γιατί, όπως λίγες λιχουδιές στο παγκόσμιο τραπέζι, απολαμβάνει το προνόμιο να αγαπιέται και να καταναλώνεται με πάθος

  Μπορεί φέτος η Ελλάδα να απουσιάζει από τις εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου που διαγωνίζονται στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, οι Έλληνες όμως μπορούν να υποστηρίξουν αυτούς που εκπροσωπούν τη χώρα μας σε ένα παράλληλο πρωτάθλημα που διεξάγεται εκτός γηπέδων. Στους αγώνες ...μπάρμπεκιου, τους οποίους διοργανώνει εταιρεία με είδη ψησίματος του εξωτερικού που δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο, οι «αθλητές» σκοπεύουν να βάλουν «γκολ» στη γεύση.

   Η ...εθνική μας ομάδα αποτελείται από δύο ειδικούς του είδους. Τη meat & fire chef Μυρσίνη Λαμπράκη, σεφ που ειδικεύεται στη «μαγειρική στη φωτιά», ενώ στην περίπτωση πρόκρισής της, τη «σκυτάλη» θα πάρει ο Αλέξανδρος Πράντζος, που αν και η σχέση του με το μπάρμπεκιου δεν είναι επαγγελματική, διαπρέπει επίσης στο είδος.

   Οι δώδεκα διαγωνιζόμενες χώρες υπέδειξαν από έναν εκπρόσωπο, από τον οποίο ζητήθηκε να ετοιμάσει φαγητό, κατάλληλο για θέαση αγώνα, μέσα σε 45 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το πρώτο ημίχρονο και το οποίο να έχει γευστικά χαρακτηριστικά από την παράδοση της κάθε χώρας.

   Η πρώτη ελληνική συμμετοχή διαγωνίζεται κόντρα στην Αγγλία την Τρίτη 22 Ιουνίου και είναι η Μυρσίνη Λαμπράκη. Μία γυναίκα που, αν και έχει κάνει σπουδές και μεταπτυχιακά στη νομική, πήγε σε σχολή κρεοπωλών για να εξειδικευτεί σε κοπές κρεάτων, μετεκπαιδεύτηκε πάνω σ' αυτό σε Σκωτία και Λονδίνο και τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει έναν δικό της πριβέ χώρο, που ετοιμάζει «γεύματα στη φωτιά», στην οποία, όπως τονίζει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, μαγειρεύονται τα πάντα, ακόμη και γλυκά.

   Για το Euro ...μαγειρικής, σχεδίασε ένα μπέργκερ ...μουσακά! «Έψησα στο μπάρμπεκιου μπιφτέκι από αρνίσιο κιμά, όπως και τα λαχανικά μου. Καπνιστές μελιτζάνες, κολοκυθάκια, πατάτες baby και μία κρύα κρέμα μπεσαμέλ, συνθέτουν το μπέργκερ, που συνοδεύεται από φέτα μπουγιουρντί επίσης ψημένη στη φωτιά», λέει η 45χρονη σεφ, που έχει στείλει ήδη στη διοργανώτρια εταιρεία το 45λεπτο βίντεό της.

   «Το "EURO INFLUENCER BATTLE '21" εξελίσσεται στο Instagram, όπου όλοι οι διαγωνιζόμενοι έχουν λογαριασμούς, καθώς και κανάλια στο youtube, στα οποία προωθούν αυτόν τον τρόπο μαγειρέματος», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η υπεύθυνη μάρκετινγκ του επίσημου αντιπροσώπου της εταιρείας στην Ελλάδα, Άννα - Μαρία Παπαδάκη.

   Το οπτικοακουστικό υλικό από τους διαγωνιζόμενους όλων των χωρών έχει παραδοθεί και ύστερα από κατάλληλη επεξεργασία, προκύπτει ένα σύντομο βίντεο, με τους δύο «μονομάχους» κάθε φορά, να εξηγούν εναλλάξ τι πρόκειται να ετοιμάσουν, ποια είναι η φιλοσοφία της επιλογής τους, τι υλικά χρησιμοποιούν και με ποια τεχνική θα μαγειρέψουν το πιάτο τους. Την ίδια στιγμή, ανάμεσα στις δηλώσεις τους προβάλλονται τα πλάνα της εκτέλεσης της συνταγής τους.

   «Στο λογαριασμό της εταιρείας στο Instagram, η γιορτή του ψησίματος έχει ήδη ξεκινήσει, αφού δύο μέρες πριν από την κάθε αναμέτρηση αναρτώνται τα στοιχεία των influensers που διαγωνίζονται και πληροφορίες για την πορεία τους στο χώρο. Ακολουθεί ένα story με ένα σύντομο τρέιλερ αγώνα, πριν «ανέβει» σε συγκεκριμένη ώρα post με το τελικό βίντεο και στη συνέχεια άλλο ένα story με poll (ψηφοφορία), όπου οι "θεατές" θα πατήσουν πάνω στη σημαία της χώρας που επιθυμούν να προκριθεί», περιγράφει η κ. Παπαδάκη τη διαδικασία.

   Ο κάθε «μονομάχος» έχει τη δική του κάρτα ...υπερατού. Η Μυρσίνη Παπαδάκη ξεχωρίζει με 15 χρόνια εμπειρίας, 24 συνεχόμενες ώρες ψησίματος, με 4000 άτομα, για τα οποία έχει μαγειρέψει σε μία φορά (με την πολύτιμη βοήθεια της ομάδας της) και με 17 μηχανές ψησίματος στην κατοχή της. Σε περίπτωση που το «μπέργκερ μουσακά» της επικρατήσει της συνταγής του Άγγλου ψήστη, τότε αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Πράντζος από τα Τρίκαλα να αντιμετωπίσει το νικητή που θα προκύψει από το ματς Ουαλία- Σουηδία.

   «Η δική μου φιλοσοφία είναι να κάνω κάτι εύκολο και απλό, που μπορείς να το καταναλώσεις χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από την τηλεόραση. Να μη χρειαστείς μαχαιροπίρουνο, να μην έχεις να διαχειριστείς κόκαλα ή κελύφη, ενώ ταυτόχρονα να είναι γευστικό και να έχει έντονο το ελληνικό στοιχείο», δηλώνει ο 39χρονος που διατηρεί φαρμακείο στην πόλη των Τρικάλων, αλλά ο ελεύθερος χρόνος του είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στις ιδιαίτερες κοπές κρεάτων και τον ιδανικό τρόπο ψησίματός τους, κάτι που προβάλλει στο κανάλι του στο youtube, το οποίο έχει πάνω από 1,5 εκατομμύριο εγγεγραμμένους.

   «Κατέληξα λοιπόν να κάνω κάτι τυλιχτό, που θα έχει όψη πιτόγυρου αλλά θα είναι χοιρινή πανσέτα, η οποία αφού ψηθεί, θα κοπεί όπως ο γύρος. Θα σερβιριστεί σε πίτα και θα έχει σος από γιαούρτι με καπνισμένο σκόρδο, μυρωδικά και τσιπς πατάτας, που επίσης θα ετοιμάσω στην ψησταριά», εξηγεί.

   Ο διαγωνισμός είναι σε εξέλιξη στο λογαριασμό @traegergrillseurope στο Instagram και οι Έλληνες συμμετέχοντες περιμένουν τη στήριξη της πατρίδας τους την ερχόμενη Τρίτη. Όποιος στεφθεί πρωταθλητής του Euro μαγειρικής, θα ταξιδέψει στην Κοπεγχάγη και σε μία ειδική εμπειρία στο grilling, θα ...καυχηθεί ότι είναι ο καλύτερος ψήστης μπάρμπεκιου στην Ευρώπη.

   Βαρβάρα Καζαντζίδου

 

Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 Τώρα είναι η εποχή για το εκπληκτικό αυτό λικέρ, που είναι ώριμα τα βύσσινα και θα δώσουν τη γλύκα και το μοναδικό άρωμα τους.

Το λικέρ βύσσινο είναι από τα ωραιότερα λικέρ. Παλιά το έφτιαχναν όλες οι νοικοκυρές και κερνούσαν σε ονομαστικές εορτές, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και άλλες ειδικές περιστάσεις. Το φύλαγαν μέσα σε κρυστάλλινα εγχάρακτα μπουκάλια ή σε φιάλες χρωματιστές χειροποίητες, ζωγραφισμένες με χρυσό.

Ο τρόπος παρασκευής του είναι απλός, μέσα σε μεγάλη γυάλα. Έτσι θα το κάνουμε κι εμείς σήμερα. Θα βάλουμε την γυάλα με τα βύσσινα σε σημείο ηλιόλουστο και θα την αφήσουμε εκεί «να ψηθεί» από τον ήλιο σαράντα τουλάχιστον μέρες μαζί με τη ζάχαρη και τα εξωτικά αρωματικά γαρύφαλλα και την κανέλα..

Το λικέρ που θα φτιάξουμε όσα χρόνια κι αν περάσουν κατόπιν δεν χάνει τίποτα από την γεύση ή το άρωμα του βύσσινου και την ένταση του αλκοόλ, ακριβώς επειδή ωρίμασε και διαποτίστηκε αργά-αργά επί 40 μέρες.

Δυστυχώς οι σημερινές νοικοκυρές δεν έχουν ελεύθερο χρόνο και υπομονή για να φτιάξουν αυτό το καταπληκτικό λικέρ. Ίσως γι’ αυτό να βγήκε και η παροιμία που λέει,  «Να μένει το βύσσινο».

Ίσως πάλι η παροιμία να σημαίνει ότι τα βύσσινα μέσα στη γυάλα πρέπει να μένουν πολλές μέρες, για να πάρει το λικέρ όλα τα αρώματα και τη γεύση του.

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κιλό βύσσινα με τα κουκούτσια τους.
  • 3/4 κιλού ζάχαρη απλή
  • 1 λίτρο κονιάκ
  • 1 μέτριο ξύλο κανέλας
  • 10 γαρύφαλλα
  • Μισό ροδάκινο, δύο βερίκοκα
  • μία γυάλα, όσο γίνεται πιο μεγάλη, με καπάκι που να κλείνει καλά.

Διαλέγουμε βύσσινα ώριμα αλλά σε πολύ καλή κατάσταση, να είναι δηλαδή μαλακά (άρα και έτοιμα να δώσουν όλους τους χυμούς τους) αλλά όχι μαραμένα και ταλαιπωρημένα. Τα πλένουμε, τα καθαρίζουμε από τα κοτσάνια και τα φυλλαράκια τους, όχι όμως και τα κουκούτσια τους και τα ζυγίζουμε. Με βάση αυτό το “μεικτό” βάρος τους θα κανονίσουμε και τις ποσότητες της ζάχαρης και του αλκοόλ.

Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα δύο φρούτα, ροδάκινα και βερίκοκα. Ώριμα, αρωματικά αλλά και γερά. Θέλουμε απλώς να αποκτήσει και ένα άλλο άρωμα το λικέρ μας, αλλά όχι τόσο έντονο που να “σκεπάζει” την παρουσία του βύσσινου.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Παίρνουμε μια γυάλα όσο γίνεται πιο μεγάλη και ευρύχωρη, με καπάκι που να βιδώνει και να κλείνει καλά και ερμητικά, και βάζουμε μέσα τα πλυμένα βύσσινα. Προσθέτουμε το ροδάκινο και τα βερίκοκα κομμένα σε μικρά κυβάκια. Θα διευκολύνουν τη ζύμωσή των βύσσινων.

Προσθέτουμε το ξυλάκι της κανέλλας καθώς και τα καρφάκια του γαρύφαλλου. Κάποιοι προσθέτουν και μοσχοκάρυδο, αλλά καλύτερα να το αποφύγουμε για να μην αλλάξει πολύ η βασική γεύση του βύσσινου.

Εάν θέλουμε να κάνουμε πιο έντονη τη γεύση του λικέρ, μπορούμε να προσθέσουμε ροζ πιπέρι σε κόκκους. Τους τσακίζουμε λίγο ανάμεσα στα δάκτυλά μας πριν τους προσθέσουμε (είναι πολύ “αφράτοι” και εύθραυστοι, δεν θα συναντήσουμε καμία δυσκολία). Θα βάλουμε αρκετούς, καμιά 30ριά.

Πάνω από όλα αυτά τα υλικά θα ρίξουμε τη ζάχαρη.

Για το βύσσινο, που είναι κάπως ξινό στη γεύση, υπολογίζουμε την ποσότητα ίση (περίπου) με εκείνη του φρούτου. Τα ροδάκινα και τα βερίκοκα είναι σαφώς πιο γλυκά στη γεύση από τα βύσσινα, συνεπώς θα υπολογίσουμε την ποσότητα της ζάχαρης στο 70- 90%, όχι περισσότερο, ανάλογα βέβαια και με το πόσο γλυκό θέλουμε το ποτό μας.

Πρέπει να περισσεύει αρκετός χώρος στο βάζο για να “αναπνέει” το λικέρ μας και να «δέσει» η γεύση του.

Βιδώνουμε το καπάκι του βάζου πολύ καλά, αεροστεγώς. Εάν δεν κλείνει αεροστεγώς, αυτό μπορεί εύκολα καταστρέψει το λικέρ μας, θα «αρπάξει» και θα αλλοιωθεί.

Αντίθετα, εάν το βάζο κλείσει καλά, με τη βοήθεια και της θερμότητας που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του από την έκθεσή του στον ήλιο, αλλά και με την παρουσία της ζάχαρης, θα γίνουν οι απαραίτητες ζυμώσεις και στο τέλος θα έχουμε ένα τέλειο ποτό. Μία πρόσθετη προφύλαξη, για όσους έχουν την παραμικρή αμφιβολία για το αεροστεγές κλείσιμο, είναι να καλύψουν πολύ καλά το καπάκι, γύρω γύρω, με μεμβράνη που θα την στερεώσουν σφικτά με λάστιχο ή σπάγκο.

Μεταφέρουμε το βάζο σε σημείο που έχει έντονη ηλιοφάνεια για αρκετές ώρες την ημέρα (στο μπαλκόνι, στην ταράτσα, στην αυλή, θα πρέπει να το βλέπει ο ήλιος όσο περισσότερες ώρες γίνεται) και το αφήνουμε εκεί να “μαζέψει ήλιο” για όσο πιο μεγάλο διάστημα αντέχουμε. Ήδη μετά από 40 ημέρες, ίσως και μόνο  μετά από 1 μήνα, οι ζυμώσεις θα έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό.

Το μόνο που χρειάζεται είναι, όταν πλέον τα βύσσινα έχουν αρχίσει να βγάζουν τα υγρά τους, να ανακινούμε πότε-πότε το βάζο ώστε να διαλυθεί η ζάχαρη. Αυτό θα το κάνουμε τις πρώτες ημέρες.

Αν δεν το κάνουμε, η ζάχαρη θα συγκεντρωθεί στον πυθμένα του βάζου, θα σφίξει και μετά θα θέλει πολύ έντονες αναταράξεις και για πολύ περισσότερη ώρα για να βραχεί και να διαλυθεί. Και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα.

Στο τέλος του χρόνου που έχουμε αποφασίσει να αφήσουμε τη ζύμωση να κάνει τη δουλειά της, σε ένα μήνα, σε 40 μέρες ή και σε 2-3 μήνες, θα ανοίξουμε το καπάκι και θα προσθέσουμε και το κονιάκ. Ήδη με το που θα ανοίξουμε το καπάκι του βάζου (ιδιαίτερα εάν είναι από εκείνα με το μηχανισμό και με το λάστιχο που τα κλείνει ερμητικά), μετά τον υπέροχο θόρυβο που θα ακούσουμε καθώς θα ορμούν έξω τα αέρια που έχουν δημιουργηθεί όλον αυτόν τον καιρό στο εσωτερικό του, το εξαιρετικό άρωμα του λικέρ θα κυριεύσει τα ρουθούνια μας, ανεβάζοντας στα ύψη την ανυπομονησία μας για το πότε θα είναι έτοιμο να το απολαύσουμε.

Η ποσότητα του κονιάκ είναι συνήθως όση και το συνολικό βάρος των βύσσινων, ροδάκινου και βερίκοκων, που είχαμε χρησιμοποιήσει.

Ξανακλείνουμε ερμητικά, ανακινούμε καλά για να ανακατευθεί και να ενωθεί με το υγρό που έχουν βγάλει τα βύσσινα και η ζάχαρη, και το αφήνουμε για άλλον 1 μήνα. Και εδώ η προφύλαξη με τη μεμβράνη, που κλείνει το καπάκι αεροστεγώς,  βοηθάει να μην εξατμισθεί το αλκοόλ.

Όταν τελικά το λικέρ μας είναι έτοιμο, το βάζουμε στις μικρές γυάλες ή στα μπουκάλια όπου θα το διατηρήσουμε.

Μπορούμε αν θέλουμε να το σουρώσουμε προηγουμένως, αν και πολλοί προτιμούν όταν θα κεράσουν να έχει και λίγα κομματάκια “μεθυσμένων” φρούτων.

Άλλωστε, είναι ωραίο να βάζουμε και 2-3 βυσσινάκια μέσα στα ποτηράκια, όταν πίνουμε ή σερβίρουμε το λικέρ.

Όταν, λοιπόν, το λικέρ είναι έτοιμο, τα βύσσινα που θα μείνουν στη γυάλα φυσικά και δεν τα πετούμε. Θα τους αφαιρέσουμε τα κουκούτσια τους και θα τα χρησιμοποιήσουμε είτε για να συνοδεύουμε το λικεράκι μας, είτε σε διάφορα σπιτικά γλυκά, από τούρτα black forest μέχρι σοκολατάκια με καρδιά από βύσσινο και σε παγωτά, πάστες και τούρτες.

Το λικέρ μπορούμε επίσης να το χρησιμοποιήσουμε με παγωμένο νερό για να φτιάξουμε και βυσσινάδα.

Είναι κρίμα, πάντως, να ξοδεύουμε το λικέρ βύσσινο για βυσσινάδα, αφού έτσι κι αλλιώς μπορούμε να έχουμε την έτοιμη και εκπληκτική βυσσινάδα του σπεσιαλίστα στο είδος, του Αχιλλαδέλη Λήμνου (τηλ.2254061250), ο οποίος φτιάχνει επίσης και το καταπληκτικό γλυκό κουταλιού με βύσσινο και κεράσι, και μάλιστα με ντόπια πεντανόστιμα φρούτα του νησιού.

Το πιο σημαντικό για να απολαύσουμε ένα λικέρ βύσσινο, είναι η καλή παρέα.

Καλή απόλαυση, και Καλό Καλοκαίρι!

Το παγωτό αυτό δεν έχει αυγά, δεν χρειάζεται παγωτομηχανή και δεν απαιτούνται ενδιάμεσα χτυπήματα!

Υλικά

1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
1 κουτί γάλα εβαπορέ 400 gr
1 σαντιγί μορφάτ
2-3 κουταλιές της σούπας λικέρ

Εκτέλεση

1) Βάζουμε το τενεκεδάκι της μορφάτ στη συντήρηση για 1 ώρα πριν τη χρησιμοποιήσουμε.

2) Τοποθετούμε το εβαπορέ στην κατάψυξη για περίπου 1.5 ώρα.

3) Σε ένα μεγάλο μπολ χτυπάμε τη μορφάτ με το μίξερ για τουλάχιστον 10 λεπτά. Είναι ΠΟΛΥ σημαντικό η σαντιγί να χτυπηθεί πάρα πολύ καλά προκειμένου το παγωτό να βγει μαλακό.

4) Ρίχνουμε στο μπολ και το ζαχαρούχο γάλα και χτυπάμε με το μίξερ σε δυνατή ταχύτητα για ακόμη 1 λεπτό.

5) Βγάζουμε το εβαπορέ από την κατάψυξη και το προσθέτουμε στο μπολ. Ρίχνουμε και το κονιάκ και xτυπάμε με το μίξερ σε δυνατή ταχύτητα για άλλα 10 λεπτά.

6) Ρίχνουμε το μείγμα μας σε ένα μεταλλικό μπολ παγωτού και το βάζουμε στην κατάψυξη για τουλάχιστον 12 ώρες.

Η ποσότητα του παγωτού που παράγεται είναι περίπου 2 λίτρα.

 

Στη Γερμανία πίνουν μπύρες και στην Ελλάδα κρασί. Γνωστό και στερεότυπο από παλιά, αλλά πόσο παλιά; Χιλιάδων χρόνων, απαντάει πολυπληθής και πολυετής έρευνα, που παρουσιάστηκε σε εκδήλωση για «Το ερευνητικό έργο στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ», που άρχισε την Παρασκευή και ολοκληρώνεται την Κυριακή 6 Ιουνίου.

Δημητριακά, όσπρια και πληθώρα άγριων καρπών αποτελούσαν διατροφικά συστατικά κατά την προϊστορική περίοδο με ίσως παλαιότερη ...απόδειξη μαγειρέματός τους, το πλιγούρι 4000 ετών που βρέθηκε στη Μεσημεριανή Τούμπα, το σημερινό Τρίλοφο Θεσσαλονίκης. Κατάλοιπα τροφίμων που έχει φέρει στο φως η έρευνα του ΑΠΘ σε συνεργασία με άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα και φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στο πλαίσιο του προγράμματος PlantCult, περιλαμβάνουν το πιο παλιό κρασί στην Ευρώπη και τη διαχρονική του παρουσία στη βόρεια Ελλάδα. Χιλιάδες γίγαρτα (κουκούτσια σταφυλιών) και στέμφυλα (κοινώς τσίπουρα) βρέθηκαν σε ένα σπίτι στο Ντικιλί Τας, κοντά στους αρχαίους Φιλίππους. Μέσα σε ένα μεγάλο αγγείο στο εσωτερικό του σπιτιού ετοιμαζόταν το νέο κρασί, ενώ ο χυμός μαζί με τα στέμφυλα ζυμωνόταν στο μεθυστικό ποτό. Ξέσπασε φωτιά που κατέστρεψε το σπίτι γύρω στα 4300 π.Χ., διασώζοντας για τη μελλοντική έρευνα, 6000 χρόνια μετά, τα πολύτιμα αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα.

Μπορεί βέβαια το κρασί να ήταν πιο δημοφιλές στη χώρας μας, σε γειτονικές όμως περιοχές όπως η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία, η μπύρα είχε κεντρική θέση, κάτι που φαίνεται ότι συνέβαινε και στις βόρειες περιοχές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, που από τα προϊστορικά χρόνια παρασκεύαζαν την μπύρα. Μακρά ιστορία ωστόσο έχει η μπύρα και στη χώρα μας, καθώς στο Αρχοντικό Γιαννιτσών και στην Άργισσα της Θεσσαλίας βρέθηκε βύνη, 4000 ετών!

Η αρχαιοβοτανική έρευνα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ειδικότερα στον Τομέα Αρχαιολογίας, διεξάγεται με συστηματικό τρόπο εδώ και περίπου είκοσι χρόνια. Ωστόσο, οι ρίζες της έρευνας αυτής πηγαίνουν πολύ πίσω στον χρόνο, στις πρώτες μηχανές επίπλευσης που εγκαταστάθηκαν στο Σέσκλο, το Μάνδαλο και την Τούμπα Θεσσαλονίκης, με τις οδηγίες και τη βοήθεια των Glynis Jones, Paul Halstead και Βάσως Ροντήρη και πρωτοβουλία του νυν ομότιμου καθηγητή ΑΠΘ Κώστα Κωτσάκη.

«Αυτά τα πρώτα βήματα αποτέλεσαν τον σπόρο που οδήγησε στα σημερινά ευρήματα», σημείωσε η Σουλτάνα- Μαρία Βαλαμώτη, καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας, διευθύντρια των εργαστηρίων ΕΔΑΕ και PlantCult στο ΚΕΔΕΚ του ΑΠΘ, τονίζοντας τη συμβολή των φοιτητριών και των φοιτητών στην ανάπτυξη και προώθηση της βασικής αρχαιολογικής έρευνας, από τα πρώτα βήματά τους στο επίπεδο του μεταπτυχιακού και στη συνέχεια με την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών.

Το PlantCult, που χρηματοδοτεί το ERC, αποτελεί πολύ μεγάλη διάκριση για την αρχαιοβοτανική έρευνα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Μέσα από τον συνδυασμό της μελέτης των αρχαίων καταλοίπων των φυτών, των μαγειρικών σκευών και κατασκευών και των εργαλείων άλεσης, σε συνδυασμό με εθνογραφικές, πειραματικές και φιλολογικές έρευνες, η ομάδα του PlantCult προσεγγίζει την αρχαία κουζίνα της Ευρώπης και τα φυτικά της συστατικά.

Η συγκεκριμένη αρχαιοβοτανική έρευνα επικεντρώνεται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, όπου έχουν διεξαχθεί τα τελευταία χρόνια πολλές συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες. «Χιλιάδες λίτρα χώματος πέρασαν από επεξεργασία με τη μέθοδο της επίπλευσης και μια πληθώρα αρχαιολογικών θέσεων ερευνήθηκαν ή ερευνώνται αρχαιοβοτανικά», επισήμανε η κ. Βαλαμώτη.

Μέσα από τις έρευνες αυτές αποκαλύπτεται η επίδραση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον και στη συνέχεια στο περιβάλλον όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την εμφάνιση της γεωργοκτηνοτροφίας στην Ελλάδα κατά την 7η χιλιετία π.Χ. - από την Αρχαιότερη Νεολιθική ως και την Ελληνιστική περίοδο- μέσα από τη διάνοιξη χωραφιών, οπωρώνων και βοσκοτόπων.

«Τα δεδομένα αυτά, συχνά παραμελημένα από την έρευνα, χάρη στη δουλειά που γίνεται στο ΑΠΘ παρέχουν έναν πλούτο πληροφοριών για την κοινωνική και οικονομική οργάνωση στη βόρεια Ελλάδα, τις καθημερινές δραστηριότητες των ανθρώπων, τις γεωργοκτηνοτροφικές τους πρακτικές καθώς και συγκεκριμένες συμβολικές δραστηριότητες από την 7η ως την 1η χιλιετία π.Χ», εξηγεί η κ. Βαλαμώτη.

Έχει ερευνηθεί ένας μεγάλος αριθμός αρχαιολογικών θέσεων ως προς την ανθρώπινη δραστηριότητα όπως αποτυπώνεται στα κατάλοιπα των φυτών που χρησιμοποίησε ο προϊστορικός άνθρωπος για στέγη, τροφή, καύσιμο ή θεραπεία ασθενειών και ειδικές περιστάσεις, όπως τα συλλογικά γεύματα με κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και μεγάλης ποσότητας τροφής.

Τα δεδομένα αυτά αποκάλυψαν έναν πλούτο πληροφοριών για τη ζωή στο προϊστορικό παρελθόν της περιοχής αλλά και σε μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους. Φάνηκε -μεταξύ άλλων- ότι στη Νεολιθική περίοδο, η κλίμακα της γεωργικής παραγωγής ήταν περιορισμένη, αφήνοντας μικρό αποτύπωμα στη βλάστηση ευρύτερων περιοχών, ενώ η επίδραση του ανθρώπου στη βλάστηση με πιο εντατικούς τρόπους φαίνεται να εντείνεται στο τέλος της Εποχής του Χαλκού.

Η αρχαιοβοτανική έρευνα στον Τομέα Αρχαιολογίας στο πλαίσιο του PlantCult έχει αναπτύξει γόνιμη συνεργασία με άλλα Τμήματα και Τομείς του ΑΠΘ όπως το Τμήμα Φιλολογίας, ο Τομέας Τεχνολογίας Τροφίμων της Γεωπονικής Σχολής και το Τμήμα Γεωλογίας, καθώς και με μεγάλο αριθμό ιδρυμάτων από τη Βουλγαρία, την Αυστρία, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και τη Μεγάλη Βρετανία. «Οι συνεργασίες αυτές δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για περαιτέρω έρευνες και προσέλκυση πόρων για τη νέα γενιά ερευνητριών και ερευνητών που εκπαιδεύεται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης», επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Βαλαμώτη.

Περισσότερες πληροφορίες για το PlantCult (ERC CoG GA 682529) στην ιστοσελίδα του έργου: http://plantcult.web.auth.gr/index.php/en/ και το fb: https://www.facebook.com/PlantCult/

Δήμητρα Κεχαγιά

 

που ξετρελαίνουν Γερμανούς και Αμερικάνους

Η γιαγιά Κούλα και η γιαγιά Τασούλα ήταν δυο Θρακιώτισσες, εξαιρετικές μαγείρισσες, που όλοι μιλούσαν για τα πιάτα τους. Η γειτονιά τους στην Κομοτηνή, όπου εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες από το 1922, μοσχοβολούσε πάντα. Η μια καλύτερη από την άλλη στην κουζίνα, είχαν ανακαλύψει τη νοστιμιά στις απλές συνταγές και άφησαν τη γνώση και τα μυστικά τους σε καλά χέρια. Υλικά και οδηγίες εκτέλεσης, γραμμένα σε κομμάτια χαρτιού φθαρμένα από το χρόνο ή και προφορικά, πέρασαν στην επόμενη γενιά, μέσω του εγγόνου τους Δημήτρη Τσολάκη.

Ο 40χρονος δεν ασχολείται επαγγελματικά με τη μαγειρική, δεν έχει στόχο το κέρδος ή μια μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα. Ωστόσο, από την αγάπη του για την πανδαισία και τη δύναμη των γεύσεων, δημιούργησε ένα κανάλι στο youtube και μία σελίδα, τα mitsomageiremata (Μητσομαγειρέματα), που ...σαρώνει σε Ελλάδα και εξωτερικό, με τους Γερμανούς χρήστες του youtube να ζητούν συνταγές για ελληνικά πιάτα.

Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM», ο «Μήτσος», (Δημήτρης Τσολάκης), υπάλληλος στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, στη Κομοτηνή, που στον ελεύθερο χρόνο του μαγειρεύει τα πάντα ως ερασιτέχνης σεφ, εξήγησε πώς γεννήθηκαν τα Μητσομαγειρέματά του και πώς τα γεμιστά της γιαγιάς Τασούλας και τα κεφτεδάκια της γιαγιάς Κούλας έχουν εκατοντάδες ακολούθους και views.

«Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που αγαπούν όσο και εγώ τη μαγειρική, κάτι που ανακάλυψα μέσα από αυτήν τη δραστηριότητα. Κατ' αρχάς είναι οι Έλληνες που βλέπουν τις συνταγές μου, επόμενοι αριθμητικά -βάσει των δεδομένων που έχω στη διάθεσή μου- είναι οι Γερμανοί και ακολουθούν οι Αμερικανοί και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες ομογενείς! Πρόκειται για ξένους που έχουν έρθει στην Ελλάδα, δοκίμασαν την παραδοσιακή κουζίνα και θέλουν να φτιάξουν τα ίδια στα σπίτια τους», εξηγεί ο διαχείρισης της σελίδας και παρουσιαστής των βίντεο.

Η σχέση του Μήτσου με τη μαγειρική ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία. Βοηθούσε τον πατέρα του στο ψήσιμο κρεάτων και τη μητέρα του στα υπόλοιπα φαγητά, πιάνοντας συχνά τις κουτάλες και προσθέτοντας στα κρυφά μπαχαρικά στις αναμμένες κατσαρόλες, όπως ο μικρός στην ταινία «Πολίτικη Κουζίνα». Η συνήθεια εξελίχθηκε, με αποτέλεσμα να δηλώνουν τυχεροί οι συμφοιτητές του στην Καβάλα, καθώς ήταν οι πρώτοι που δοκίμαζαν τα πιάτα του και από τους λίγους φοιτητές που απείχαν από τη fast food διατροφή, χάρη στα σπιτικά γεύματα του φίλου τους.

Αφορμή για να γίνει ακόμη πιο ενεργός και να μην μοιράζεται τις συνταγές του τηλεφωνικά με στενούς φίλους, στάθηκε ένα τηλεφώνημα στα μέσα Ιουνίου του 2016, με μία φίλη από μακριά, που του ζητούσε τη συνταγή για τα κεφτεδάκια της γιαγιάς του. «Ξεκίνησα να της λέω τη συνταγή... Κιμάς, κρεμμύδι... και πριν τελειώσω τα υλικά, μου ήρθε στο μυαλό μου η ιδέα. Αντί να υπαγορεύσω τη συνταγή στη φίλη μου, τη βιντεοσκόπησα και το ίδιο έκανα και με πολλές από τις συνταγές των γιαγιάδων μου. Στη συνέχεια τις ανέβασα στο YouTube, δημιούργησα την εκπομπή μαγειρικής "Μητσομαγειρέματα" και την αντίστοιχη ιστοσελίδα www.mitsomageiremata.gr , και από την απήχησή της συνειδητοποίησα τη μεγάλη αγάπη του κόσμου για τα απλά ελληνικά πιάτα», λέει ο κ. Τσολάκης, ο οποίος μάλιστα απαντά σε ερωτήσεις των ακολούθων του, ενώ στα δύσκολα, παρεμβαίνει με ...βιντεοκλήση!

Φυσικά, στο εγχείρημά του τον βοήθησε καθοριστικά η επαγγελματική του ιδιότητα ως Μηχανικός Βιομηχανικής Πληροφορικής (ΤΕ) και η εξοικείωσή του με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (YouTube, Facebook, Instagram, Twitter). Ήδη περισσότερες από ογδόντα παραδοσιακές ελληνικές συνταγές έχουν μπει σε πολλά σπίτια χάρη στις απλές οδηγίες του.

 

Τη συνέντευξη πήραν οι Αναστασία Τελιανίδου - Φάνης Γρηγοριάδης

 

Οι μπανάνες είναι τροπικά φρούτα και, γενικά, τα τροπικά φρούτα δεν αντέχουν τις χαμηλές θερμοκρασίες.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καλύτερος τρόπος αποθήκευσης μπανάνας είναι σε θερμοκρασία δωματίου, όχι στο ψυγείο, ειδικά όταν είναι ακόμα πρασινωπές και δεν έχουν ωριμάσει.

Αν βάλετε άγουρη μπανάνα στο ψυγείο θα μειώσετε την ικανότητα του καρπού να ωριμάσει και μπορεί να μην είναι σε θέση να επαναλάβουν τη διαδικασία ωρίμανσης ακόμα και αν επιστρέψουν σε θερμοκρασία δωματίου. Και θέλετε να δώσετε στην μπανάνα σας την ευκαιρία να ωριμάσει, διαφορετικά, θα γίνει ένας πράσινος, αμυλούχος καρπός, που δεν θα είναι πολύ γευστικός.

Καθώς η μπανάνα ωριμάζει, γίνεται πιο γλυκιά, μαλακή, αρωματική, αλλά και πιο… καφέ, ή αλλιώς «μαυρίζει» όπως συνηθίζουμε να λέμε.

Αυτός ο αποχρωματισμός δεν αποτελεί ένδειξη ότι ο καρπός της έχει χαλάσει. Σύμφωνα με το iatropedia.gr είναι ένα φυσικό μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης. Εάν επιμένετε να βάλετε τις μπανάνες στο ψυγείο, η σωστή στιγμή να το κάνετε είναι όταν έχουν μερικά από αυτά τα καφετί σημάδια, υποδεικνύοντας ότι το άμυλο έχει μετατραπεί σε ζάχαρη. Μόλις ένας καρπός ωριμάσει, μπορεί να ψυχθεί με σχετικά μικρό αποχρωματισμό της σάρκας, αν και η φλούδα θα γίνει ακόμα μαύρη. Αυτές οι μαύρες μπανάνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμα αν και φαίνονται λίγο… τρομακτικές!

Ο καλύτερος, πάντως, τρόπος για να διατηρήσετε τις μπανάνες σας νωπές για όσο το δυνατόν περισσότερο, είναι να τις αγοράσετε όταν είναι ακόμα λίγο πράσινες και να τις αφήσετε σε θερμοκρασία δωματίου μέχρι να ωριμάσουν. Μην τις βάζετε σε σακούλα, ή σε κλειστό χώρο. Αυτό θα επιταχύνει τη διαδικασία ωρίμανσης. Εάν επιμείνετε να τις βάζετε στο ψυγείο, το κάντε μόνο όταν έχουν αποκτήσει τις πρώτες καφέ κηλίδες, σημάδια ότι έχουν ωριμάσει, αλλά ακόμα και τότε, θα έχετε μόνο λίγες μέρες καιρό προτού γίνουν πολύ μαλακές και μαυρίσουν τελείως.

Το κόλπο με την πλαστική μεμβράνη για να μην μαυρίζουν οι μπανάνες
Υπάρχει όμως και μια άλλη μέθοδος, η οποία σας εξασφαλίζει ότι οι μπανάνες δεν θα μαυρίσουν γρήγορα. Μόλις τις αγοράσετε (όχι τελείως ώριμες) το πρώτο που πρέπει να κάνετε είναι να τις ξεχωρίσετε μία-προς-μία από το τσαμπί. Στην συνέχεια πάρτε την απλή πλαστική μεμβράνη που πιθανότατα έχετε στην κουζίνα σας και τυλίξτε καλά το κοτσάνι της κάθε μπανάνας, όπως στο βίντεο που ακολουθεί.

Αλλά μην ξεχνάτε, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα αν μαυρίσουν οι μπανάνες. Εξακολουθούν να είναι ασφαλείς για κατανάλωση. Απλά την επόμενη φορά, καλύτερα να μην τις βάλετε στο ψυγείο.

 

Αυτή η κλασική, Southern Peach Pie είναι απόλυτη τελειότητα σε επιδόρπιο! Τίποτα δεν ξεπερνά μια φρέσκια πίτα με ροδάκινα το καλοκαίρι, ειδικά τώρα που τα ροδάκινα είναι ζουμερά.

Για τη ζύμη:
  • 2 ½ φλ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 230 γρ. κρύο βούτυρο (κομμένο σε κυβάκια)
  • 1 λεμόνι ( το ξύσμα)
  • ½ φλ. ζάχαρη
  • 1 φακελάκι βανίλια
  • 2 κρόκοι μεγάλων αυγών
  • 1 πρέζα αλάτι
Για τη γέμιση:
  • ½ φλ. ζάχαρη
  • ½ φλ. καστανή ζάχαρη
  • 3 κ.σ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1 κ.γ. κανέλα
  • 4 ροδάκινα ή πράσινα μήλα (κομμένα σε χοντρές φέτες )
  • 1 κ.σ. χυμό λεμόνι
  • 1 κ.σ. βούτυρο
  • 1 ασπράδι αυγού (ελαφριά χτυπημένο)

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Για τη ζύμη:

Βάζουμε το αλεύρι, το βούτυρο, το ξύσμα λεμονιού, τη ζάχαρη, τη βανίλια και το αλάτι στον κάδο του μίξερ.

Τα χτυπούμε, αυξάνοντας σταδιακά την ταχύτητα.

Προσθέτουμε τους κρόκους και ξαναχτυπούμε για μερικά δευτερόλεπτα το μείγμα.

Μετά το αδειάζουμε πάνω σε αλευρωμένη επιφάνεια και ζυμώνουμε για λίγο με τα χέρια μας, σχηματίζοντας μια μπάλα.

Στη συνέχεια, την τυλίγουμε σε πλαστική μεμβράνη και την κρατούμε στο ψυγείο μέχρι να ετοιμάσουμε τη γέμιση.

Για τη γέμιση:

Σ’ ένα μεγάλο μπολ αναμειγνύoυμε τις ζάχαρες, το αλεύρι και την κανέλα (αν βάλουμε μήλα).

Σε ένα άλλο μεγάλο μπολ, αναμειγνύουμε τα μήλα με το χυμό λεμονιού.

Μετά, προσθέτουμε το μείγμα με το αλεύρι και τη ζάχαρη στο μπολ με τα μήλα, και ανακατεύουμε καλά.

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το βούτυρο και τη βάζουμε στη φωτιά.

Προσθέτουμε το μείγμα με τα ροδάκινα ή τα μήλα σε χαμηλή φωτιά, ανακατεύοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα για περίπου 10 -15 λεπτά.

Όταν θα είναι έτοιμο το μείγμα, το αφήνουμε να κρυώσει καλά.

Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200 βαθμούς.

Στη συνέχεια παίρνουμε τη ζύμη και τη μοιράζουμε σε 2 μέρη, το ένα διπλάσιο από το άλλο.

Ανοίγουμε το μεγάλο κομμάτι σε φύλλο με ένα μπλάστρι και ντύνουμε το εσωτερικό μιας φόρμας για τάρτες, διαμέτρου 23 εκ.

Μετά την καλύπτουμε στην επιφάνεια με αντικολλητικό χαρτί, τη γεμίζουμε με όσπρια και την ψήνουμε στο φούρνο για 15 λεπτά.

Όταν θα είναι έτοιμη, τη βγάζουμε, αφαιρούμε τα όσπρια και τη λαδόκολλα, και συνεχίζουμε το ψήσιμο για άλλα 10 λεπτά, μέχρι να ροδίσει ελαφρά.

Στη συνέχεια ανοίγουμε την υπόλοιπη ζύμη σε στρογγυλό φύλλο και το αφήνουμε στην άκρη.

Μετά παίρνουμε την κρύα γέμιση με τα μήλα, την αδειάζουμε μέσα στην ψημένη τάρτα, την ισώνουμε με μια σπάτουλα και τη σκεπάζουμε με το δεύτερο φύλλο ζύμης, κλείνοντας τα τοιχώματα προσεκτικά με τα δάχτυλα μας.

Με ένα πινέλο αλείφουμε το ασπράδι αυγού σε όλη την επιφάνεια της πίτας και πασπαλίζουμε με ζάχαρη.

Τρυπούμε με ένα πιρούνι τη ζύμη στην επιφάνεια σε 2 -3 σημεία, ίσα να πάρει λίγο αέρα.

Τέλος, ψήνουμε τη μηλόπιτα στο φούρνο για 20-25 λεπτά περίπου στους 180 βαθμούς, στις αντιστάσεις, μέχρι να ροδίσει.

Τη σερβίρουμε ζεστή ή κρύα, συνοδεύοντάς την με παγωτό βανίλια ή σαντιγί.

 

Σελίδα 1 από 3

ΤΑΓΑΡΑΣ

Στοιχεια επικοινωνιας

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα ακόλουθα στοιχεία

Εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ Δυτικής Μακεδονίας

  Τσόντζα 2 Κοζάνη

  +30 2461038611

  +30 2461034611

  tharos@otenet.gr

Πρωτοσελιδα Εφημεριδων

Εφημερευοντα Φαρμακεια

Εφημερεύοντα Φαρμακεία ΚΟΖΑΝΗΣ