Print this page

Το Έπος (Μέρος Α) του Γεωργάκη Ολύμπιου και Γιάννη Φαρμάκη

By Ιουνίου 09, 2021

του Πρώτου Επώνυμου Νεκρού του 21 στο Ολοκαύτωμα της Μονής του Σέκου (στη Μολδοβλαχία)

ΠΡΟΣΩΠΑ:

  1. Νικολέτα, μητέρα του Γιωργάκη
  2. Αγνή, γιαγιά του Γιωργάκη
  3. Αφηγητής

Μέρος Α - 1772 - 1780

(Αρχοντικό του Ταρταγκέ και της Νικολέτας Λάζου /  γονέων του Γιωργάκη στο Λιβάδι. Ένα πρωινό η γιαγιά προς τη μάνα):

ΑΓΝΗ: Άσε μανούλα το παιδί χρυσόνειρο να κάνει, / άσε να φτάσει τα ζωή γιατί τώρα τη φθάνει. /Δε βλέπεις πώς χαμογελά μες στα ονείρατά του / κι η τύχη πώς χαροποιεί το νου και την καρδιά του;

ΜΑΝΑ: Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τούτο /  μικρό – μικρό σου το ΄δωσα, μεγάλο δώσε μου το. / Τι η τουρκιά μας πλάκωσε τρακόσια πενήντα χρόνια, /  δε θα κρατήσει το κακό παντοτινά κι αιώνια.

Η φάρα των Λαζαίων μας, ο έξαρχος ο Λάζος, /  σεμνοπρεπώς «τα βρήκανε» με το γενάρχη Ζήτρο / τα΄αρματολίκι χώρισαν με έδρα το Λιβάδι, /  και στη Μηλιά τον Πύργο τους έστησαν οι Λαζαίοι, /  να εποπτεύ’ ο Ζήτρος μας μέχρι την Ελασσόνα /  κι απ’ τη Μηλιά ο Λάζος μας μέχρι τον Πλαταμώνα.

ΑΓΝΗ: Αρμάτορας φαντάζεται στον ύπνο ο Γιωργάκης /  καπετανάτου αρχηγός κι ας είν’ μικρό παιδάκι / μικρός – μικρός μοναχογιός, καμάρι των γονιών του /  ξέχωρος στο παράστημα και στο μνημονικό του.

1780 – 1788

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Με φωτισμένους δάσκαλους Πέζαρο και Σπαρμιώτη / και με βιβλία σχολικά του Άνθιμου Ολυμπτώτη / (σοφού παπά και δάσκαλου σε Άθω και Ευρώπη)  /  αρμάτωσε τη νιότη του με κλασική παιδεία / με Άλγεβρα και φυσική και με γεωμετρία, / με γαλλικά, λατινικά και με θεολογία, / με έξοχη ρητορική και με αστρονομία.

Ξύπνησ’ ο Γιώργος, ντύθηκε, πήγε για το Σχολείο,/ μα μέσα του λαμπάδιαζε ένα λαμπρό θηρίο,/ ήταν ο Μεγαλέξανδρος, γόνος των Μακεδόνων,/ ο πιο γενναίος βασιλιάς στη μνήμη των αιώνων,/που γάζωσε συθέμελα Πέρσες, Ινδούς και Πάρθους / συντρίβοντας τ’ ασκέρια τους και δήθεν «αθανάτους»./ Οι Πέρσες ήτανε παλιά μόνιμοι διαιρέτες / και μας ανάγκαζαν συχνά να γίνουμε επαίτες. /«διαίρει και βασίλευε» ήταν η τακτική τους / και  μας ανάγκαζαν συχνά να πάμε στην αυλή τους . Το «μάστορα» τον βρήκανε στον Μεγαλέξανδρό μας /  που μια για πάντα τσάκισε το δόλιο εχθρό μας. / Έτσι απαλλαχτήκαμε από τους βασιλιάδες,/ μα χρόνια τώρα έχουμε Σουλτάνους και πασάδες.

Αχ, και να ήταν μπορετό την ίδια τύχη να ‘χουν / οι μυσαροί κατακτητές «κακό τους χρόνο να ‘χουν».

Γεμάτος με αρματωσιά Πίστης και Ιστορίας  / ανάμεικτη με αίσθηση βαθιάς φιλοσοφίας / απ’ Τα δεκάξι ο Γιώργος μας τελειώνει το Σχολείο /  και ορφανός κατέφυγε στους θείους του στον Πύργο, / όπου εδώ το μάθημα είναι σκληρό κι ωραίο/ με δάσκαλο αρμάτορα το Γιάννη το Λαζαίο./

1788 – 1800

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Κείνα τα χρόνια ο Αληπασάς, στο Γιάνενα σατράπης,/ επιδιώκει να γενεί μέγας αυτός δυνάστης,/ όμως το δρόμο του ‘φραξαν οι Τούρκοι και οι Γάλλοι,/ μ’ αυτός πολύ επέμενε όλους εμάς να πάρει / και με τα βιλαέτια του κρατίδιο να κάνει. /Του Ολύμπου οι αρματολοί δυνάστες δε διαλέγουν / και οι συγκρούσεις προχωρούν και τον Αλή παλεύουν. /Στην πρώτη τότε τη γραμμή ξεχώρισε ο Γιωργάκης, / ήρωας ακατάβλητος, για τους εχθρούς φαρμάκι. /

Ο Αλή πασάς, ο πονηρός , μ’ αρματολούς «τα βρίσκει» / μαζί να πολεμήσουνε ενάντια στους Τούρκους, / στο πίσω μέρος του μυαλού έχοντας κάτι άλλο / που θα ΄φερνε στους Έλληνες κακό πολύ μεγάλο:/ να αποφύγει τον κλειό που τώρα τον πιέζει / και να χτυπήσει εξ αρχής πάλι τους καπετάνιους.

1800-1815

Πολλοί μας κλέφτες στην αρχή έπεσαν στην παγίδα / και συμμαχήσανε μαζί μ’ Αλή, Μουχτάρ και σία,/ μα ο Γιωργάκης έπιασε το δόλο των πασάδων / και με τα παλικάρια του φεύγει προς τη Σερβία / με Καραγιώργη, Πέτροβιτς κι άλλους επαναστάτες,/ ενάντια στους τύραννους, βάρβαρους Ασιάτες. / Στο Στούβικ και την Όστροβα κατάλαβαν οι Τούρκοι /οθωμανοί αιμοχαρείς και στο στρατό μπουλούκι / το τι θα πει παλικαριά με ορκισμένους Σέρβους / και Έλληνες Ολύμπιους για χρόνια πληγωμένους με στέρηση της λευτεριάς, αυτού του οξυγόνου/ παντοτινού συστατικού στη μοίρα μας γραμμένου.

Το ‘μαθε κι ο Αλέξανδρος, το τσάρος της Ρωσίας, / που το Σουλτάνο πίεζε να μείνει στην Ασία,/ να μην πιέζει τους λαούς στη γη των Βαλκανίων,/ να πάψει να τους φέρεται σαν άγριο θηρίο./ Πολύ τον ενθουσίασαν τα τρόπαια του Γιωργάκη/ και στην ανδρεία του έδωσε βαθμό Συνταγματάρχη /το όνομα του Ολύμπιου να το ακούν οι Τούρκοι/ και σε φυγή να τρέπονται οι άγριοι γιουρούκοι.

Πάμπολλα ήταν στο εξής τα κατορθώματά του /πρώτος παντού στο χαλασμό χωρίς φόβο θανάτου /στο Βελιγράδι το λαμπρό, στο ξακουστό Βιδίνι/ στο Βουκουρέστι, σε Μονές, Γαλάτσι και Πλοέστι,/ άπιαστος στις καταδρομές, άφαντος όταν φεύγανε,/ παντού τον κάνει τον εχθρό πτώματα να μαζεύει./ « καταραμένε Έλληνα» γαυγίζουν οι Τούρκοι ασύλληπτο σαν βλέπουνε το Γιώργο οι Μαμελούκοι.

1815-1817

Η φήμη του απλώθηκε μες στις Ηγεμονίες/ κι ο Τσάρος τον επέλεξε να ‘ναι σε Συνεδρίες/ να συμμετάσχει και αυτός στη σύναξη της Βιέννης, /εκεί όπου κρινόταν η τύχη της Ευρώπης.

Εκεί ξανααντάμωσε και τη γλυκιά τη Στάνα,/ χήρα του Βέλκο Πέτροβιτς, του αδελφοποιητού του,/ που πλάι του πολέμαγε, μα βόλι των εχθρών τους / βαριά τον ετραυμάτισε κι ύστερα «εκοιμήθη».

Πρόλαβαν και τον έφεραν μέσα στο σπιτικό του/κι οι δυο τους ήταν μόνιμα πάν’ στο προσκέφαλό του./ Σε μια στιγμή ο Πέτροβιτς στο ρόγχο του θανάτου/ πιάνει τα χέρια και των δυο, της Στάνας και Γιωργάκη /και τους παντρεύει ο δύσμοιρος ζητώντας το για χάρη./Κι όμως παρά το γεγονός μιας σύννομης ιδέας/ ότι οι δυό τους ήτανε απ’ το θεό πλασμένοι,/ να ζουν αντάμα στο εξής βαθιά ερωτευμένοι,/ γιατί η Στάνα ήτανε μια άλλη Αφροδίτη/ και ο Γιωργάκης όμορφος όπως ο Πολυποίτης,/ στου έρωτα το βάσανο άντεξαν ένα χρόνο/ κι ύστερα επραγμάτωσαν τη βούληση του Βέλκο.

Πάμπλουτ’ η Στάνα Πέτροβιτς πέντε χιλιάδες λίρες /προσέφερε στον άνδρα της να θρέψει το στρατό του,/ μα η πιο μεγάλη δωρεά στ’ Ολύμπου το λιοντάρι/ ήταν τα δυο αγόρια τους με ομροφιά και χάρη./ Δεν ήταν πρόθεση «νονού» έτσι ν’ αποφασίσει/ Μιλάνο και Αλέξανδρο τους γιους του να βαπτίσει/ κατ’ είχε απ’ το όνειρο του Μέγα Μακεδόνα/ που έμειν’ ανεκπλήρωτο εκείνο τον αιώνα…

Ε ρε, Γιωργάκη Ολύμπιε, μεγάλε ονειροπόλε/ που είχες την πατρίδα σου ψηλότερα απ’ όλα / θα φανταζόσουν τα παιδιά σ’ ανατολή και δύση/ ελληνισμό και λευτεριά παντού να ‘χουν σκορπίσει… /Θ’ ονειρευόσουν τα παιδιά να φράζουν στους Γιουρούκους,/ στους βάρβαρους κατακτητές, τους άξεστους τους Τούρκους/ το δρόμο που τότε έφραξε ο Μεγαλέξανδρος μας,/ στους Πέρσες εις τον Γρανικό, Γαβγάμηλα και Νίσσα./ Σημαδιακά ονόματα δυό γιων ανδρειωμένου/ που είθε έτσι και αυτοί να δουν το πεπρωμένο./ Ο Αντισθένης έλεγε πως κέντρο της σοφίας/ βρίσκεται στα ονόματα, εκεί ‘ναι η ουσία.

ΓΑΡ

Συνεχίζεται..

Related items